Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Ομίχλη


Ομίχλη

Δέν ξέρω πιά τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή,όπως η πάχνη πάνω απ΄τα πρωινά κεραμίδια.Βλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού,λέγαμε"Είχε κρύο τη νύχτα"ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη γλυκα ,πρέπει να κάνουμε ντολμάδες".
   Οταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης,είχα πάντα το νού μου σ΄αυτήν.Μέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της.Θλιβόμουν όμως πολύ ,όταν έπεφτε τις καθημερινές ,την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο.Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ,συνήθως όμως γύρω στο μεσημέριδιαλυόταν απο έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
   Μα ,καμιά φορά,όταν ξυπνώντας τ΄απόγευμα ,την ώρα που έλεγα άν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο ,έβλεπα αναπάντεχα απ΄το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης,άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες.Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας,κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία χωρίς ταλαντεύσεις.Η ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σε αυτήν.Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει.Αλλά και κάτι ακόμα  ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
  Η ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά ,όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή,η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας.Αυτή που σε σε βρέχει,μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα.Και τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τράμ και τα κορναρίσματα.Ακόμα και οι πολυκατοικίες γίνοντας ελκυστικές μές την αχνάδα.
  Κι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού,αυτό που απο χρόνια είναι γκρεμισμένο ,να ξαναβρώ την παρέα μου.Κι όταν δεν ήταν εκεί-και δεν ήταν ποτέ εκεί-καθόμουν ώρες και καρτερούσα.Πίσω απ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών ,που τώρα εχουν πεθάνει.Κολλούσαν το μούτρο τους  για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα ,ενώ αλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Αίματος*.Κι  άν δε μου εγνεφε κανείς ,έβγαινα και ακολουθούσα μιά σκιά ,που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
   Δε θυμάμαι απο πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη..μάλλον κατέβαινε απο ψηλά.Τώρα πάντως,ξεκινάει βαθιά απ΄τα όνειρα.Αυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα με ενα βαρύ καπάκι ,που όμως πήρε απ΄την πίεση για καλά να παραμερίζει.
  Πέφτει πολλή ομίχλη ,γίνομαι ένα με αυτήν και ξεκινάω.Ακολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντας τες.Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο.Αυτό σε πολλόυς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται.Δεν υπάρχει βέβαια,ανάμεσα στίς πέτρεςτο χορταράκι,που φύτρωνε τότε.¨ολα εχουν γκρεμίσει η ξεραθεί.Κανένας θάνατος δεν είναι καλός.Ω ,και νάταν αλήθεια ,αυτό που λἐνε,πώςθα τους ξαναβρούμε  όλους...
   Ακολουθώνταςτίς σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο.Τα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα.Γίνονται σαν κάστρα τεράστια.Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα.Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν,εγώ δενπλησιάζω κάν στην Πορτάρα.**Θαρρώ πώς μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
  Φεύγωκαι ξαναχάνομαι μέσα στα τράμ,τα φώτακαι την κίνηση.Ο νούς μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ΄ολα όσα είδα μέσα σε αυτήν.Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες.Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα.Τα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγα στο κορμί και διοχετεύονται απ τα πόδια στο υγρό χώμα.

Γιώργος Ιωάννου

(Η μόνη κληρονομιά,1974)

* Πϋργος του Αίματος( η Πϋργος των Γενιτσάρων) ο Λευκός Πύργος.Μνημείο της Θεσσαλονίκης που xτίστηκε τον 15 αιώνα .Ονομάστηκε Πύργος του Αιματος επειδή οι τοίχοι του ηταν βαμμένοι απο το αίμα των βαρυποινιτών ,τους οποίους εκτελούσαν οι Γενίτσαροι.

** Πορτάρα ηταν η χρυσή πύλη που βρισκόταν στα τείχη πρίν γκρεμιστούν ,στο ύψος της πλατείας Βαρδαρίου.Πορτάρα ονομαζόταν ακόμη μιάπύλη στο τείχος δυτικά της μονής Βλατάδων στην οδό Παλαμίδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: