Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Φτου Ξελευθερία!!!!!

Εκ πρώτης όψεως είναι ήσυχα ανθρωπάκια. Είναι αυτοί που ως παιδιά, στο κρυφτό, διαλέγανε την πιο ασφαλή κρυψώνα. Το σπίτι τους ή δυνατόν. Μένανε εκεί, ερχότανε το απόγευμα, το βράδυ, οι άλλοι τους ξεχνούσαν, παίζανε χωρίς αυτούς. Τα φώναζε η μάνα τους για φαϊ. Δεν πειράζει που δεν έπαιξαν, σημασία έχει που δεν τα βρήκαν. Δεν παίξανε, δε χάσανε.
Εκ δεύτερης «ανάγνωσης» έχουν γίνει απίστευτα δειλά, φοβισμένα ανθρωπάκια. Επέλεγαν πάντα, προ κρίσης και μετά κρίσης, να σαπίζουν μεγαλοπρεπώς, «έγκλειστα» στις οικογενειακές τους «θυρίδες». Να κάθονται σ’ έναν καναπέ, να τρώνε, να κοιμούνται, να κάνουν πως ψυχαγωγούνται, να κάνουν πως ερωτεύονται και να κάνουν πως ζούνε γύρω από έναν καναπέ. Ήσυχα, άβουλα, μα ασφαλή. Και η ζωή που δεν έζησαν, τα έκανε απίστευτα χαιρέκακα και μικρόψυχα. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχουν διαλέξει μια ζωή να θάβονται ζωντανοί. Ή να ζουν θαμμένοι, αν προτιμάτε. Τώρα θέλουν το αίμα τους πίσω. Όλοι στον τάφο.

Τον υπόκωφο θυμό τους θα τον βγάλουν στους πιο "αδύναμους"’ πάντα εκεί, σ’ αυτούς που τους «παίρνει». Θα τους ακούς να λένε πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει κρίση, γιατί οι καφετέριες είναι γεμάτες. Να διατυμπανίζουν πως όποιος βιώνει κρίση, περιορίζεται. Πως όποιος είναι άνεργος θα κάτσει σπίτι του. Άκου λοιπόν πως έχει: Θα γράψεις τρεις τόνους βιογραφικά. Θα φας την απόρριψη στα μούτρα γιατί δεν είσαι 25. Θα μετανιώσεις πικρά για το σφάλμα σου, που δε χαμογελούσες πολύ – πάρα πολύ όμως – και σ’ απολύσανε. Θα μάθεις να χαμογελάς σαν ηλίθιος. Θα φιλήσεις κατουρημένες ποδιές. Θα παρακαλέσεις για τρεις κι εξήντα. Τα εξήντα μετρητά, τα τρία σε είδος. Θα ξεγράψεις όνειρα, δημιουργικότητα και ταλέντα. Θα βγάλεις το σκασμό και θα δουλεύεις. Θα σκύψεις το κεφάλι και θα «είσαι το νούμερο 8». Θα γεράσεις σέρνοντας τα βήματα σου. Όλο και πιο πολύ. Στο τέλος θα έρπεις. Έτσι πρέπει. Όλοι να γίνουμε ερπετά. Όλοι να τους μοιάσουμε.
Μπορείς επίσης, αν όλα τα παραπάνω δεν πιάσουν, να κλειστείς σ’ ένα σπίτι με την 80 χρονη μάνα σου και να μοιρολογάς. Θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Θα πάρεις με τις χούφτες τα ζάναξ. Θα σαπίσεις μπροστά στην τηλεόραση. Θα γίνεις φίλος με τον Αυτιά. Θα ξεγράψεις γνωστούς και φίλους. Θα κλείνεις τα φώτα απ’ τις 8 και θα κοιμάσαι. Θα ξυπνάς και δε θα ξέρεις τι μέρα είναι. Θα μάθεις απέξω όλες τις ρωγμές στο σοβά του ταβανιού. Θα κάνεις τη διαδρομή δωμάτιο – κουζίνα, κουζίνα – σαλόνι, 1000 φορές τη μέρα. Θα περνάς από τους τοίχους της «καλοσύνης» και θα τρως το ψωμί της ελεημοσύνης. Θα είσαι ο πρωτοκολλημένος του ΟΑΕΔ, ο πεινασμένος των συσσιτίων, ο ασθενής των κοινωνικών ιατρείων. Θα ξεχάσεις ποιος είσαι, πόσων χρονών είσαι, τι λαχταράς. Θα λες και πάλι καλά. Θα ξεχάσεις πως γελάνε. Θα σταματήσεις να θυμώνεις. Μετά θα σταματήσεις να κλαις. Μετά θα σταματήσεις να ελπίζεις. Μετά απλά θα σταματήσεις να νιώθεις. Όλα καλά. Μπορείς εναλλακτικά να σκάψεις κατευθείαν τον τάφο και να μπεις μέσα. Καλά να πάθεις. Θυμάσαι στο κρυφτό, που δεν κρυβόσουνα? Θυμάσαι?
Ξεχνούν όμως αυτό: Η «κρίση» δεν είναι κρίση’ είναι φτωχοποίηση. Το τέλος της δεν θα έρθει ούτε σε ένα ούτε σε πέντε χρόνια. Πολύτιμα χρόνια’ πολύτιμες μέρες’ πολύτιμες ανάσες. Να τους τα χαραμίσεις? Να ζεις, όσο ζεις, περιμένοντας το τέλος? Ή να ζεις, όσο ζεις, παλεύοντας για τη ζωή?
Να ζούμε σαν να είμαστε ζωντανοί’ ολοζώντανοι. Και όχι πεθαμένοι υπό αναστολή. Να ζούμε σαν να τρέχει αίμα στις φλέβες μας και όχι νερό. Να ζούμε σαν να είναι αυτό ακριβώς που ζούμε τώρα το μερτικό μας απ’ τη ζωή, γιατί άλλο δεν έχει. Και να το κάνουμε όμορφο. Να μην ξεχνάμε την ομορφιά. Να ζούμε όπως δεν το βάζουμε κάτω, δεν σέρνουμε τα βήματά μας, δεν κλεινόμαστε στις τρύπες μας. Να ζούμε όπως γελάμε και κλαίμε μαζί και μιλάμε, μιλάμε πολύ, και λέμε τα προβλήματά μας ο ένας στον άλλο και –ναι ρε- βγαίνουμε απ’ το σπίτι μας και κερνάμε καφέ το φίλο που δεν έχει και τρώμε μαζί και κάνουμε πάσα το τσιγάρο και στύβουμε το μυαλό να βρούμε λύση στο διπλανό και βάζουμε τα γέλια με τα ζόρια μας και μοιραζόμαστε τη λύπη μας και γελάμε κατάμουτρα στο φόβο μας, κι ακουμπάμε το χέρι του άλλου και τον πιάνουμε απ’ τον ώμο κι αγκαλιάζουμε κιόλας –δεν τρώνε βρε οι άνθρωποι- κι ερωτευόμαστε και αγαπάμε και ευτυχούμε –ναι, άμα έχεις ευτυχία, δε φτουράει μία η «επιτυχία» τους – και ζούμε ολάκερα και ακέρια και προπάντων ζούμε τ ώ ρ α. Γιατί τ ώ ρ α είναι η ζωή μας, τώρα είναι τα χρόνια μας, τώρα είναι οι ανάσες μας… τις καταλύσαμε κι άλλο δεν έχει… αυτό ήτανε το μερτικό μας απ’ τη ζωή και το θέλουμε ολόκληρο.
Αν υπάρχει ένας φόβος, να γίνουν όλα σκοτάδι, θα επαληθευτεί, αν ξεχάσουμε πως είναι να είσαι άνθρωπος και να ζεις με αξιοπρέπεια. Αν συνηθίσουμε την απανθρωπιά, τη σκληρότητα και το μισανθρωπισμό. Αν εθιστούμε στην έλλειψη χαράς. Ας μην είναι εύκολο: εμείς τη χαρά θα την ονειρευόμαστε, θα τη θυμόμαστε, θα τη λαχταρούμε. Και θα τη βρίσκουμε στο παραμικρό. «Σε πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω»’ έτσι ακριβώς, σαν το τραγούδι. Γιατί, αν έχουμε μια ελπίδα ν’ αλλάξει κάτι σ’ αυτό τον κόσμο, θα τη συντηρήσουμε αν συντηρήσουμε την «ομορφιά» της ζωής.
Έξω απ’ τις κρυψώνες μας… την ομορφιά απ' το χέρι…και Φτου Ξελευθερία…
_____________________________

Υ.Γ.
«Ν’ αντιστέκεσαι σημαίνει να γνωρίζεις
πως έχεις υγιή καρδιά κι αρχίδια.
και πως η αρχαία αρρώστια σου
ζει και βασιλεύει εντός σου:
λέγεται ελπίδα.»

Μαχμούντ Νταρουίς – «Κατάσταση Πολιορκίας»

Δεν υπάρχουν σχόλια: