Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

χαρά το χάραμα


Είπα Κύριε,να τινάξω την ψύχρα από τίς πλάτες μου
κι είδα να σείεται το σκοτάδι και να γκρεμίζεται το βράδυ
περιστέρια να παίρνουν τη θέση του με τη λευκή
κοιλιά να μεταφέρουν το χάραμα κάθε στιγμή-
όλο και πιο πολύ από στιγμή σε στιγμή,
γκρεμίζεται η παντοκρατορία του κακού,
γκρεμίζεται η νύχτα.
Η νύχτα λεηλάτησε τα νιάτα μου,κούρσεψε τις αγάπες μου.
Βοήθησα τη νύχτα,μικρό καλφόπουλο κι εγώ,
να ξηλώσουμε ενα-ενα τα σανίδια κάτω από τα πόδια μου
Δέν αρνηθηκα να της δώσω κι εγώ ενα χεράκι,
ωστε η καταστροφη μου να έχει και προσωπική εργασία,
Μόχθος που γέμιζε με άστρα το κορμί μου.
Είναι που έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά,
Ενα πρός ενα να γκρεμίσω τα σκαλιά του ερέβους
Να μην έβρει σκάλα το κακό
και σκαλωσιά να ανέβει ,ετσι που φύλακας εγώ
πάνω στο χάσμα κάθομαι αψηφώντας
τρείς χιλιάδες χρόνια υπεροψίας και μέθης
Τέσσερα τα μάτια της και τέσσερεις οι μέρες
Που πρέπει να ταξιδέψω για να την φέρω πίσω
Στην αγκαλιά μου την τετράγωνη και στη ζωή
Να επαναφέρω τα πεντάρφανα σκέλη μου
Το ψύχος από τούς ώμους μου να αποβάλλω
Κύριε,θέλησα κι όχι να μου φύγει το πάτωμα
Κάτω απο τα πόδια πάνω από τρείς χιλιάδες
Χρόνια λαγνείας και μέθης ,πάνω από τη φωτιά
Πιό ψηλά από τον καπνό εχασκαν κάτω
Από τα πόδια μου φιλιες και έρωτες
Ατέλειωτα ως γνωστόν ψυχρά καλοκαίρια
Αδήλωτες συγγνώμες και ατελέσφορες γνώμες.
Είπα να σταθώ στο ύψος του ρίγους
Μιά σκιά να γίνω πάνω από την άβυσσο
Και κάτω από το άπειρο μην ξέροντας
Ποιό από τα δύο θα με καταβροχθίσει
Ετσι που στέκομαι πάνω απο το πάτωμα
Των ανθρώπινων μέτρων δεν ξέρω,
δεν μπορώ να ξέρω ποιός θα είναι ο επόμενος
Αντίπαλος μέντορας των εκπλήξεων
Μετεωριζόμενοι ποιητές ή βαρυφαγωμένοι αστοί
Στριφογυρίζουν αιώνια μια σπιθαμή πάνω από την άβυσσο
Με προκαλούν,με αποκαλούν τρελλό
Δεν ξέρουν πως δυο γλάροι είναι οι ώμοι μου
Δεν ξέρουν πως όταν τινάζω το ψύχος
Από τους ώμους μου ο ουρανός πέφτει
στη θάλασσα και γίνεται κύμα ,λευκός
σαν πάγος,χωρίς το βάρος των αστεριών
και την ψυχρή ανάσα της αμαρτίας-Χάραξε πια
Δοξάστε με.Αν δεν την έφερα πίσω
Μεσα σε τέσσερα χρόνια ,λατρέψτε με:
πάτησα πάνω στο κενό και δεν έπεσα.
Σωτήρης Παστάκας
Προσευχές για φίλους
εκδόσεις Heteron

2 σχόλια:

aKanonisti είπε...

Οταν είσαι άξιος ή τυχερός... δεν πέφτεις στο κενό... γίνεσαι ένα με αυτό.....

Πανέμορφο....
:-))))

κοκκινη κισσα είπε...

ακανόνιστη ενδιαφέρουσα και αυτή η εκδοχή ,δεν την είχα σκεφτεί,...

φιλιά!!