Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

ενα μικρό συρταράκι


ο Κ.Τσόκλης αυτοβιογραφείται...................
Φαίνεται πώς ήρθε ο καιρός να κάνω κάτι που δεν αποφάσιζα ,να διηγηθώ δηλαδή,εκείνα που αποκόμισα απο τη ζωή και την τέχνη,καθώς και αυτά που θυσίασα για αυτές,γιατί ηταν πάντα μέσα μου σαν δυό αντίπαλοι που υποχρεώθηκαν να συνυπάρξουν χωρίς ποτέ να κατορθώσουν να κρύψουν την αντιζηλία τους
.............................................................................................................................................
Ας πάρουμε τα πράγματα απ την αρχή.
Αναμνήσεις ανάκατες παιδικές.όλα θαμπά κι όλα διάφανα συγχρόνως ,πρίν απο τη ζωγραφική,πρίν απο τον πόλεμο του '40.Τα αδέρφια μου ,η υπέροχη μυρωδιά της μητέρας μου τις λίγες φορές που με επαιρνε στην αγκαλιά της,η αντιπάθεια(ή τί?)  του πατέρα μου,παρά την συγγενεια των ενδιαφερόντων μας,τα μεσημέρια του καλοκαιριού που σκάλιζα φλούδες δέντρων και έραβα ρουχαλάκια σ΄εκείνες τις μικρές-μικρές γυμνές κουκλίτσες ,η δασκάλα μου της πρώτης Δημοτικού η κυρία Δήμητρα...η θρεψίνη,τα ξεφουσκωμένα τόπια στο υπόγειο...τα κοτσάνια απο τα φιδόχορτα στου Φιλοπάππου που  με αυτά έφτιαχνα τραπεζάκια και καρεκλίτσες..ο λαμπτήρας που έβγαλα μπαίνοντας απο το σπασμένο παράθυρο και τον αντάλλαξα με μια φρατζόλα ψωμί και οι μπόγοι στον δρόμο μετά την έξωση με την άγια μητέρα μου καθισμένη επάνω............................................
Τα κουκιά με την μελίγκρα ,και τους φουντωτούς"κόσμους" στίς Τζιτζιφιές,τίς χουρμαδιές και το συνεχώς σπασμένο κεφάλι του Γιάννη του αδερφού μου,..........τα χέλια που ψαρεύαμε στις εκβολές του Κηφισού,το ψάρι που έπιασα με τα χέρια.
Αυτό όμως που μαρκάρισε τη ζωή μου ήταν το ψάξιμο στους δρόμους ης γειτονιάς μου με την ελπίδα να βρώ κάτι χρησιμο  .και εύρισκα!Με αποκορύφωμα τη μέρα που έψαχνα παρακαλώντας την Παναγιά να βρώ ένα δίφραγκο ,και το βρήκα! και αγόρασα δέκα καραμέλες "τσάρλεστον" λαχειοφόρες απο τις οποίες οι επτά κέρδιζαν! ...............................................................................................................................
       Τα χρόνια του πολέμου και της γερμανικής κατοχής τα πέρασα στο υπόγειο ενός σπιτιού που δεν υπάρχει πιά ,στην οδό Μαυρομιχάλη 72.Εκεί έζησα μαζί με τα εξι αδέλφια μου και τους γονείς μου μέχρι το 1957,είκοσι σχεδόν χρόνια μέσα σε δυό κάμαρες,ενα χόλ και μια άθλια κουζίνα γεμάτη κατασαρίδες ,μην έχοντας την παραμικρή γωνιά για να ακουμπήσω την ψυχή μου ,κάτι αποκλειστικά προσωπικό μου.
Οταν αργότερα δυό ,τρία απο τα αδελφια μου παντρεύτηκαν και έφυγαν απο το σπίτι ,κατάφερα να αγοράσω απο τα παλιατζίδικα ένα μικρό κομοδίνο που είχε ενα μικρό συρταράκι  που κλείδωνε και αυτό ήταν για χρόνια πολλά το καταφύγιο της σκέψης μου και των αισθημάτων μου...................θυμάμαι τους ανάπηρους απο τον πόλεμο ζητιάνους,που τους βλέπαμε τη μια μέρα ζωντανούς ακόμη και την άλλη τους βρίσκαμε νεκρούς απο το κρύο και την πείνα στο δρόμο...
Τους τραγικούς νυχτερινούς πωλητές να διαλαλούν σαν μοίρες ή σαν κατάρες τις ποιό παράξενες και ευτελείς πραμάτειες τους(ρόκα,σαλέπι,τσάι του βουνού)..τούς κλέφτες ,τις κάθε λογής ατιμίες ,τους ήχους του τρόμου......................................................Θυμάμαι ακόμη με αδικαιολόγητη νοσταλγία το τραπεζάκι που φορτωνόμουν  στην πλάτη κάθε πρωί μέχρι την γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Μεθώνης ,οπου το στήναμε με τον αδερφό μου τον Γιάννη και πουλάγαμε χύμα τσιγάρα στους περαστικούς.το "μαγαζάκι μας" όπως το λέγαμε................................................Θυμάμαι που δούλεψα για λίγο καιρό κοντά σε εναν άθλιο ζαχαροπλάστη ,σε ενα υπόγειο ,έναν άντρακλα γεμάτο μαύρες τρίχες σαν πίθηκο που είχε ενα χάλκινο στρογγυλό καζάνι κι έφτιαχνε καραμέλες που τις κουβάλαγα εγώ στα μαγαζιά που τις πούλαγε και επιτέλους την πρώτη μου επίσημη επαφή με την τέχνη στο εργαστήρι του Αλμαλιώτη,....................................την αγωνία του θανάτου απο τα πολυβόλα των Γερμανών,τους πετροπόλεμους,τα αίματα ,τα μπορντέλα ,....................και μέσα σε αυτά η τέχνη.


 Πώς επέζησε ,πώς επιβίωσε αυτό μου το πάθος ,πού εύρισκε χώρο και κέφι να ασκηθεί!
Και μετά ο Δεκέμβρης του 44, ο θάνατος ,ο τρόμος,η πείνα ξανά,τα τανκς,που ρίχνανε με μυδράλια πάνω απο τα κεφάλια μας,οι ωραίοι νεκροί  που κάποιος ελεύθερος  σκοπευτής κρυμμένος σε κάποια ταράτσα επιλεκτικά δολοφονούσε ,τα μολυβένια στρατιωτάκια που έφτιαχνα και πούλαγα στην πλατεία Κολωνακίου-την "ελεύθερη ζώνη"-,τα τσιγάρα που πούλαγα απο παράθυρο σε παράθυρο περνώντας ανάμεσα απο διασταυρούμενα πυρά,τα ερείπια απο τα ανατιναγμένα σπίτια μέσα στα οποία ψάχναμε για να βρούμε κάτι χρήσιμο παίζοντας με τον θάνατο,που δεν μας λυπήθηκε όλους.
Εκατομμύρια εικόνες που η μιά καβαλάει την άλλη,τραγικές και λαμπρές συγχρόνως ,που είναι αδύνατον να περιγραφούν όπως εκείνες οι άθλιες θαυμαστές μέρες του Εμφυλίου!
Μαύρες αναμνήσεις σας εξορκίζω στο όνομα της τέχνης χαθείτε απο την συνείδησή μου κι άν βρείτε κάποια σχισμή στο σημερά μου ,τρυπώστε ,αλλά μην περιμένετε βοήθεια απο μένα,ούτε ευγνωμοσύνη να περιμένετε
.Σας έδωσα περισσότερα απο ότι μου δώσατε ,μου χρωστάτε ,δεν σας χρωστάω.




Κώστας Τσόκλης,2010
περιοδικό  Νέμεσις,τεύχος 110

Δεν υπάρχουν σχόλια: