Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Μυρονιό!


Γιώργος Ιακωβίδης
............................................................................................................................................................

Το παιδί χλωμό κι άσαρκο,σηκωμένο απ΄αρρώστια,έσπρωχνε με τα καλαμάκια του ένα χοχλάδι κουτσό-κουτσό.Σε αυλή γειτονική ,οπου βρίσκονταν  κι άλλα παιδιά.Κι απάνω στο χαρούμενο σπρώξιμο της πέτρας ,πού χαρούμενο,γιατί τώρα κι ένα μήνα το παιδί πολύ είχε βασανιστεί.Τίποτε δε χώνευε.Κι είχε μια τόσο κακή διάθεση,τόχε κυριέψει τέτοιος φόβος,που τίποτε πιά δεν ήθελε να βάλει στο στόμα του.Του πονούσαν όλα τα σπλάχνα,καθώς το στομάχι βρισκόταν σε αναταραχή για να διώχνει ακόμα και το νερό.Για να πάρει το φάρμακο,έστεκε από πάνω του η μάνα του και το παρακαλούσε κλαίοντας.

-πάρε το ,παιδί μου,δε με λυπάσαι;

- και σύ ,δεν με λυπάσαι; Δε βλέπεις πώς τίποτα δεν κρατάει; Όλα μου εδώ με πονάνε….

Η μάνα παρακαλούσε την Παναγιά μόνο να της αξιώσει να το δεί να φάει.

«θαρρώ πώς θα ξαναγεννηθώ ,έλεγε στην αδερφή της τη Μαργή,πονόψυχη το ίδιο σαν και κείνην,θαρρώ πώς θα μου χαρίσουνε τον κόσμο,να το δώ μόνο να τρώει και να χωνεύει όπως πρώτα.Κι απάνω στη χαρά του κουτσού ακούστηκε μέσα στην οχλοβοή και τη φασαρία της αυλής μια φωνή.Ξεχώρισε γιατί ηταν μελένια και ζαχαρένια .

-Μυρονιό!Μυρονιό!

-Μυρονιό! Μυρονιό!

Το φώναζε η μάνα του  από την πόρτα της αυλής .Μόλις που φαινότανε το κεφάλι της ,κι ήταν φωνή και μάνα μαζεμένη,δειλιασμένη.Η μάνα δεν είχε τον αέρα του δρόμου.Ούτε κι είχε συνηθίσει να βγάζει μεγάλη φωνή.Δεν ξεπόρτισε ποτέ της.Πνιγμένη στις έγνοιες του σπιτιού.

«δεν μου βολεί…ποτέ δε μου βολεί.Θέλω να πεθάνω και δεν μπορώ.Δεν με βρίσκει εύκαιρη ο Χάρος για να με πάρει…»

Σάστισε το παιδί.Πολύ παράξενο του φάνηκε να δεί τη μάνα στην πόρτα να του φωνάζει.Καθώς πήγε κοντά της εκείνη το πήρε από το χέρι και τόμπασε δίπλα στο σπίτι τους.Υστερα όλο κρατώντας το,ανοιξε τη μισοσκότεινη αποθηκούλα ,τόβαλε να καθίσει σε ένα σακί,και κεί τούφερε μυστικά ένα κομμάτι καρυδόπιτα.Πάντα ετρωγε την καρυδόπιτα με πολλή όρεξη,μόνο πώς πολύ σπάνια του τύχαινε.

-Κάτσε αυτού,του είπε σιγά –σιγά,και φάε την με την υπομονή σου.Μη σε δούνε οι άλλοι,γιατί δεν έχω να τους δώσω.Αμα τη φάς,φεύγεις πάλι και ξαναπάς στην αυλή.

Η μάνα ητανε πάντα πολύ στερημένη.Της χτύπαγε καμιά φορά ζητιάνα την πόρτα και της ζητούσε μια δεκάρα.

-Δεκάρα καλότυχη ,δεν μου βρίσκεται,μα στάσου να σου δώσω μια φέτα ψωμί.

Ποιος ξέρει πόσα θα σκαρφίστηκε ,από πόσους του σπιτιού θα ζήτησε δεκάρα τη δεκάρα ,ως να μαζέψει τα λεπτά για το κομμάτι την καρυδόπιτα,και ποιόν θα βρήκε ύστερα να πάει μυστικά  να της την αγοράσει…δύσκολο σχέδιο για τη μάνα.Αμα το παιδί βγήκε από την σκοτεινή αποθηκούλα ,σαν νάβγαινε από τον μυστηριακό χώρο της ευδαιμονίας.

Σε κείνο το σπίτι δεν τους περισσεύανε για καραμέλες.Τα παιδιά εξω από το μετρημένο φαγάκι της κατσαρόλας,που τοίμαζε η μάνα για μεγάλους και μικρούς,για μεσημέρι-βράδι,λιχουδιές και σοκολάτες δεν ξέρανε.Τη σοκολάτα ολότελα ούτε την είχανε ακουστά.Κάτι άσπρα και ρόζ κάντια σαν κρύσταλλά ,βλέπανε αραδιασμένα στη μόστρα του ζαχαρολάστη,και πολύ τα ζηλεύανε ,πολύ θα θέλανε να τα δοκιμάζανε,μα ούτε τους περνούσε από το νού,πώς μπορούσε να βρεθεί κανείς να τους τα φιλέψει.

Το κομμάτάκι η καρυδόπιτα με όλα της τα καθέκαστα και η φωνή της στερημένης μάνας: «Μυρονιό! Μυρονιό!» που ήτανε γεμάτη τρυφεράδα ,μα και χαρά πώς τούτο το πολύ δύσκολο το κατάφερε,ξυπνάει,ξυπνάει,τι ωραία! Σε στενόχωρες ώρες.Μα όχι σαν ικεσία προς ευτυχία ανεπανάληπτη.Μοιάζει και καταπρα υνη σαν μελωδία εξαίσια ,που κάποτε ακούσαμε και μας συγκλόνισε

Κι όσες φορές ξαναφτάσει στην ακοή ,ούτε συνηθίζεται, ούτε παλιώνει,μόνο συγκλονίζει.


Ελλη Αλεξίου

Και υπέρ των ζώντων

εκδ.κέδρος




Δεν υπάρχουν σχόλια: