Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

μεταπλάσεις


μεταπλάσεις

Την καλόπιασα- λέει -τη μαύρη αρκούδα,τη μέρεψα.
Της έρριξα πρώτα το ψωμί μου ,μετά το κεφάλι μου.
Τώρα η αρκούδα είμαι εγώ κι ο καθρέφτης.
Κάθομαι στην καρέκλα,περιποιούμαι τα νύχια μου,
τα βάφω κόκκινα ή κίτρινα,τα βλέπω ,μ΄αρέσουν.
Δεν μπορώ τίποτα ν΄αγγίξω.Φοβάμαι τον θάνατο.
Την αλυσίδα του λαιμού μου την έκανα κορώνα,
τη φόρεσα στο μετωπό μου.Τώρα,τι να κάνω;
Πρέπει να στέκω με ψηλά το κεφάλι,να κοιτάζω
διαρκώς πρός τα πάνω.Τα μεσάνυχτα,ωστόσο,
στίς νέες μου αυπνίες,όπως κι αν περπατήσω,
ακούω τα βηματά μου να αντηχούνε κάτω στην καταπακτή
εκεί που κρέμονται στους τοίχους οι αλλες αλυσίδες

Γιάννης Ρίτσος
θυρωρείο

2 σχόλια:

Ελένη Λιντζαροπούλου είπε...

Προφητικό ή ανθρωπογνωστικό; Πάντως ποίημα που γνωρίζει την μοιραία πορεία και την αποκαλύπτει.

Την καλημέρα μου... ξενυχτώ διαβάζοντας και βγήκα μια βόλτα να δω τι σκέφτονται οι φίλοι να ανασάνω.

κοκκινη κισσα είπε...

..και πού ανάσες τέτοια εποχή Ελένη,...
πραγματική ασφυξία
δύσκολες εποχές

νασαι καλά