Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Έφη Καλογεροπούλου, «Έρημος όπως Έρωτας» -μετφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας, Σειρά Ποιείν 12, εκδ. Μετρονόμος (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

                                                                                                            


Η Έφη Καλογεροπούλου συνεχίζει να παραμένει εξελικτικά πιστή σε αυτό που γνωρίζει καλά: στο να πλάθει ένα ποιητικό σύμπαν προσφέροντας τη μαγιά στον αναγνώστη και αφήνοντας το προζύμι στο ποιητικό της εργαστήρι. Κάτι που δεν είναι πάντα φυσικό και αναμενόμενο αν προστρέξει κανείς στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Σε αυτήν την τέταρτη συλλογή της στην οποία συγκεντρώνονται όλες οι περασμένες της κατακτήσεις γραφής, πάει ένα βήμα παραπέρα και μας προσφέρει ένα βιβλίο το οποίο διαβάζεται με οποιονδήποτε τρόπο: ξεκινώντας από οποιαδήποτε σελίδα, από οποιοδήποτε πλάνο, από οποιαδήποτε σκηνή, ο αναγνώστης καταλήγει μέσω των μικρών ή μεγαλύτερων ποιητικών της θραυσμάτων στη σύνθεση του όλου, στην αποκάλυψη όλης της κινηματογραφικής ταινίας ή του θεατρικού έργου. Σε αυτήν την κινηματογραφική-θεατρική διάσταση του έργου της Καλογεροπούλου θα σταθώ λίγο περισσότερο.

Αυτή επιτυγχάνεται με εναλλασσόμενα γκρο πλαν:

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.

με τους διαλόγους:

– Τι βλέπεις;
– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.
– Τι βλέπεις;
– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.
- Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

και με τις σκηνοθετικές της οδηγίες:

Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. Συνεχίζει να περπατά. Χρόνια σκοτάδι ανάμεσα. Στρίβει. Στον καθρέφτη της διπλανής βιτρίνας τον βλέπει πάλι. Κοιτάζονται. Πλησιάζει. Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια. Βγαίνει. Τώρα. Χρόνια μετά. Τίποτα ίδιο. Βιάζεται, τρέχει, βγαίνουν στον υπόγειο. Ένας ήχος ακούγεται.

Έχω, δηλαδή, την εντύπωση πως μετά και από αυτή τη συλλογή η Καλογεροπούλου βρίσκεται όλο και πιο κοντά στη συγγραφή ενός ποιητικό-θεατρικού έργου-αν δεν το έχει ήδη στο συρτάρι της- . Ένα θεατρικό έργο με ποιητικό περιεχόμενο, με ψυχογραφικούς χαρακτήρες και με μια δράση που φωτίζει τα ήθη και τα συναισθήματα μέσα από τη χρήση αντικειμένων με συμβολιστικό χαρακτήρα όπως το νερό, το σπασμένο ποτήρι, το δέντρο, η πέτρα, το σώμα. Γνωρίζει, δηλαδή, πιθανόν και εξαιτίας και της θεατρολογικής της παιδείας, το πώς να δημιουργεί εικόνες στις οποίες η δράση να γίνεται ταυτόχρονα αφήγηση, η πλοκή να μετεωρίζεται στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία και το υπερρεαλιστικό του λόγου να υπηρετεί τη σκηνική οικονομία.

Πέραν όμως αυτής της θεατρικής-κινηματογραφικής διάστασης της ποίησης της Καλογεροπούλου, στο βιβλίο εμπεριέχονται ποιήματα που είτε είναι μόνο δυο στίχοι:

«Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται. Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν»

είτε μια μακροσκελή ποιητική σύνθεση όπως είναι το «ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων»

διατηρούν την αυτοτέλεια των στίχων που διατηρούνται στη μνήμη του αναγνώστη ως συμπυκνωμένα και αυτάρκη νοήματα και παράλληλα οργανικά δεμένα με το υπόλοιπο περιβάλλον. Η παραθετικότητα δε των στίχων στην ποιητική σύνθεση λειτουργεί ως λεκτική υπενθύμιση η οποία με έναν καταιγιστικό ρυθμό σχολιάζει ποιητικά και υπαινικτικά το παρόν μας μέσα από μια σύζευξη της ατομικής με τη συλλογική ιστορία, έτσι δηλαδή όπως οφείλουν να κάνουν τα μεγάλα -εδώ ο όρος αξιολογικά- ποιήματα.

Στην εποχή του facebook και του twitter όπου τα πάντα αποκτούν μικρές φόρμες λειτουργώντας ως τσιτάτα προς τέρψιν και likes των διαδικτυακών αναγνωστών, η ποίηση της Καλογεροπούλου αντιστέκεται χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα, δηλαδή, το ακαριαίο του λόγου και της συγκίνησης, το ποιητικό απόφθεγμα και τη φιλοσοφούσα ρήση:

«Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί χαμογελούν» , «Πίσω από τις ράχες των βιβλίων υγρασία, μέχρι να γίνει λέξη», «Ο δικός μου άγγελος είναι από σκοτάδι», «Αν δεν βγεις από τον εαυτό σου δε θα συναντήσεις ποτέ κανέναν», «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα»

είναι μερικοί από αυτούς τους στίχους που μπορούν να αναπαραχθούν σε πλείστους διαδικτυακούς τοίχους. Αυτή η παρατήρηση δεν υποβιβάζει ασφαλώς την ποιητική της Καλογεροπούλου ούτε υπονοεί σκοπιμότητα εκ μέρους της. Αντιθέτως αυτή η τακτική των διαδικτυακών χρηστών έχει τη σημειολογία της. Μας δείχνει πως οι στίχοι των ποιητών οφείλουν να έχουν δραστικό ρόλο στην καθημερινότητά μας, να συνυπάρχουν με τις ζωγραφιές, τις φωτογραφίες, τα video, τις selfie, να λειτουργούν ενίοτε και ως λεζάντες της καθημερινότητας και ως σχόλια του καιρού. Το αν θα αναζητήσουμε και αν θα προχωρήσουμε στην ανάγνωση βιβλίων, αν θα εντάξουμε και την ποίηση στην ολότητά της μέσα στη ζωή μας και όχι μόνο τις ποιητικές στιγμές εν είδει αναγνωστικής επίδειξης και εν τέλει ημιμάθειας, αυτό ξεφεύγει από την υποχρέωση του εκάστοτε δημιουργού και εναπόκειται στο ποιον του κάθε αναγνώστη και της παιδείας του.

Κλείνοντας θέλω να τονίσω πως το να εκδίδεται ένα βιβλίο σήμερα σε δίγλωσση μορφή χωρίς την άμεση εμπορική προώθησή του σε διεθνές αναγνωστικό κοινό δεν οφείλεται σε κάποια αυταρέσκεια και αλαζονική στόχευση εκ μέρους του δημιουργού. Πηγάζει καθαρά από μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων που τους ενώνει η γλώσσα της δημιουργίας και που για να μπορέσουν να την αισθανθούν τη μεταγράφουν, η μεν Καλογεροπούλου σε λέξεις ο δε Γκούμας μεταφράζοντας στα αγγλικά, στη γλώσσα δηλαδή που έμαθε ή πιο σωστά του έμαθαν να σκέφτεται.

Έφη Καλογεροπούλου, «Έρημος όπως Έρωτας» 
-μετφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας, 
Σειρά Ποιείν 12, εκδ. Μετρονόμος 
 
δημοσίευση περιοδικό ΠΟΙΕΙΝ
http://www.poiein.gr/archives/31189/index.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: