Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015


Η ΜΑΧΟΜΕΝΗ ΚΑΛΩΣΥΝΗ
Μα δεν απόχτησα τη νεκρή στους δρόμους καλωσύνη.

Αποποιήθηκα το εμπυασμένο υδραγωγείο της 
Και δεν άγγιξα τη μολυσμένη θαλασσά της.
Το ΄βγαλα το καλό σα μέταλλο,σκάβοντας
πέρα απ τα μάτια που δαγκώναν
και μέστωσε μές στις λαβωματιές
η γεννημένη στα σπαθιά καρδιά μου.


Δε βγήκα έξαλλος
να ρίξω χώμα ή στιλέτα
ανάμεσα στους ανθρώπους


Δεν παγίδεψα τον άοπλο σε δεσμά
που τόνε σκίζανε μαστίγια παγωμένα,
Δε βγήκα στην πλατεία να ‘βρω εχθρούς
παραφυλώντας με χέρι μασκοφόρο:
Απ’ το να μεγαλώνω με τις ρίζες μου
Άλλο δεν έκανα.Κι η γή που άπλωσε το δέντρο μου
κατάλαβε τους σκούληκες που βρίθαν.
Ηρθε η Δευτέρα να με δαγκώσει και της χάρισα καμπόσα φύλλα.
Ηρθε η Τρίτη να με προσβάλει κι εγώ το έρριξα στον ύπνο.
Ηρθε η Τετάρτη λίγο αργότερα με δόντια λυσσασμένα.
Να προσπεράσει εγώ την άφησα κι έχτιζα ρίζες.
Κι όταν η Πέμπτη ήρθε με λόγχη φαρμακερή
μια λόγχη μαύρη με βελόνες και με λέπια
 

Την επερίμενα καταμεσίς της ποιησή μου
και με πανσέληνο της έσπασα ένα τσαμπί.


Ας κοπιάσουν εδώ να θρυψαλλιαστούνε
σ΄αυτήν τη σπάθα απάνω.


Ας κοπιάσουν να χαλαστούνε στις επικράτειές μου.
Ας έρθουνε σε κίτρινα συντάγματα
Ή στη θειαφένεια σύνθεση.


Θα δαγκώναν σκιά και αίμα καμπάνας
Κάτω από τις εφτά λεύγες του τραγουδιού μου.


Pablo Neruda
μτφρ: Δανάη Στρατηγοπούλου
Εκδ: Gutenberg

Δεν υπάρχουν σχόλια: