Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

ίσια πανιά!

........................................ ---ίσια πανιά !πρόσταξε ο καπετάνιος γοργά.Τίς γάμπιες! τούς φλόκους! τα τρέγα! κατσάρετε τις σκότες!.
Ανοίξαμε τα πανιά και το μπάρκο έπιασε πάλι τη γραμμή του.
Τρείς βδομάδες αργότερα κατεβήκαμε στην Πόλη φορτωμένοι.Εκεί έλαβα πρώτο γράμμα της μάννας μου.Πρώτο γράμμα ,πρώτο μαχαίρι στην καρδιά μου.
"Παιδί μου,Γιάννη μου έλεγε η γριά οταν γυρίσεις πάλι στο νησί με τη βοήθεια του Αι Νικόλα και την ευχή μου,δεν θα σαι πιά καπετάνιου παιδί.Πάει ο πατέρας σου ,η όμορφη σκούνα πάει,πάνε οι δόξες μου! τα ρούφηξε όλα η μαύρη θάλασσα.Τώρα δεν έχεις τίποτε παρά το χαμόσπιτο,εμένα την άφτουρη και το θεό.Γειά στα χέρια σου! δούλεψε ,παιδί μου,και τίμα το θείο σου.Αν σου μένη κάποτε ξεδούλειο,στέλνε το ν΄ ανάβω το καντήλι του Αγιου για την ψυχή του πατέρα σου"Σταύρωσα τα χέρια μου,κοίταξα με βουρκωμένα μάτια τη θάλασσα.Τα λόγια της γραφής μου φάνηκαν απόφωνο στα λόγια του πατέρα μου.Τόσα χρόνια καραβοκύρης και τώρα η χήρα του πρόσμενε το δικό μου ξεδούλειο ,για να κάμη τα κόλλυβα του!Καί κείνου το κορμί ,τα σιδερένια μπράτσα ποιός γλάρος τα πετσοκόβει ,ποιό κύμα να λευκαίνη τα ψιλόλιγνα κόκκαλα!Ωιμέ!Ανταμώσαμε για ύστερη φορά μόλις μπήκε στη Θεοδοσία.Καθώς με είδε ψηλά να μαϊνάρω τον τρίγγο ,έκαμε το σταυρό του κ΄ εμεινε αφων΄ άλαλος.
-Τι τόν κοιτας ,καπετάν Αγγελή? του φωνάζει ο Καλίγερης δεν τόν αλλάζω με τον καλύτερο ναύτη σου.
Εγώ διπλοπαρακάλουν να ανοίξη η θάλασσα να με καταπιή.Οσο ένιωθα απάνω μου το βλέμμα του,ησυχία δεν έβρισκα.Ετρεχα βιαστικός ,από τη μιά άκρη στην άλλη ,κατέβαινα στην πλώρη,ανέβαινα στο κάσαρο,πέρναγα στίς στραλιέρες,έπιανα τον αργάτη,δούλευα την τρόμπα.Εκείνος κατάλαβε πώς τα είχα σαστισμένα και δε σηκώθηκε από τη θέση του,μόνο με ακολουθούσε με βλέμμα παραπονιάρικο,σα να με έβλεπε στο νεκροκρέβατο.
Τήν άλλη μέρα μ΄ έμπλεξε που πήγαινα στην πόλη.Μόλις τον αγνάντεψα ,θέλησα να κρυφτώ αλλ΄ από μακριά τόσο προσταχτικό ήταν το νοημά του που τα πόδια μου κόπηκαν.
-Βρέ παιδί μου τι έπαθες ? μου λέει.Το σκέφτηκες καλά τι θα κάμης?
Πρώτη φορά γνώρισα τη γλύκα της φωνής του .Δε σάστισα όμως.
-Πατέρα ,του είπα το σκέφτηκα.Κακό και ψυχρό να είναι το κινημά μου μα δε δύναμαι να κάνω αλλιώς.Δε μπορώ να ζήσω αλλιώτικα.Με κράζ΄ η θάλασσα.Μη θές να με εμποδίσης.Ασε με κεί που βρίσκομαι ,γιατί θα πάρω τα μάτια μου και δε με ξαναβλέπεις.
Εκαμε το σταυρό του στάθηκε λίγο ,με κοίταξε κατάματα ,κούνησε το κεφάλι.
-Καλά ,παιδί μου,είπε κάνε ότι σε φωτίση ο Θεός.Εγώ έκαμα το χρέος μου.Ούτε έξοδα λυπήθηκα ούτε λόγια.θυμήσου το να μη με αναθεματάς αργότερα.Πήγαινε στην ευκή μου.
ύστερή του ευκή,πρώτη μου θλίψη.
Η θάλασσα στο πρώτο μου ταξίδι πλήρωσε την αγάπη μου.Εμεινα πιά αναγκαστικός δουλευτής του καπετά Καλιγέρη.Δουλευτής για το ψωμάκι.Το ψωμάκι το δικό μου και της Καπετάνισσας.Αλλά με όλη τη συμβουλή της ούτε να τιμήσω ούτε να δουλέψω μπόρεσα περισσότερο τον θείο μου.Αν είναι να δουλέψω ναύτης ,σκέφτηκα ,δόξα σοι ο Θεός,βρίσκονται κι άλλα καράβια.Από να δέχωμαι τις βρισιές του συγγενή μου,καλύτερα ενός ξένου.Αποφάσισα στο πρώτο λιμάνι να ξεμπαρκάρω με το καλό................................
Ανδρέας Καρκαβίτσας
η θάλασσα
(απόσπασμα)

4 σχόλια:

aKanonisti είπε...

Iσια ψυχή...
γερό κουράγιο....

κοκκινη κισσα είπε...

ακανόνιστη

..μα δεν πρόκειται για αριστούργημα ??

πολλά φιλιά!!!!!!

Verónica Marsá είπε...

Αυτό είναι το τρώφιμα μου, να διαβάζω κομμάτια βιβλίών στα ελληνικά και τα γραπτά σας.

Ευχαριστώ και φιλάκια, φίλη μου.

κοκκινη κισσα είπε...

Βερόνικα

Βερόνικα χαίρομαι που σου αρέσει.Ο Καρκαβίτσας είναι μεγάλη μορφή των ελληνικών γραμμάτων.Θα μπορούσες να διαβάσεις τον ΅ζητιάνο΅και τα ¨λόγια της πλώρης΅,αξίζει τον κόπο.

νασαι καλά!!