Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Γελωτοποιός



 Γελωτοποιός

Στην κυρία Σταυρούλα Τσούπρου,
που «απαίτησε» την τρέλα του ποιήματος


Γιώργος Μπλάνας 
 
[Νεκροταφείο, νύχτα. Ο Αμλετ, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα μνήματα, κρατώντας το γνωστό κρανίο 
μπροστά στο πρόσωπό του: εικόνα, σαν πρόχειρο σχέδιο φτηνού περιοδικού.
Πίσω του, ο Γιόρικ, ντυμένος την στολή του γελωτοποιού.
Ο προβολέας πέφτει στο πρόσωπό του:
κατάλευκο με βιαστικές κόκκινες μολυβιές - ή μήπως ματωμένες χαρακιές;
Μιλάει στον πρίγκιπα πότε αστεία και πότε σοβαρά.
Κυρίως με τον κυνισμό της αποσύνθεσης - ή την έξαψη της αλήθειας;]



Ανόητε, πρίγκιπα. Ακόμα παίζεις
τον πρίγκιπα; Ακόμα προσπαθείς να μάθεις τι;
Αν ο δικός σου βασιλιάς δεν ήταν γελωτοποιός;
Τι άλλο μπορεί ήταν; Για, πες μου, πρίγκιπα;
Δεν ξέρεις; Ρώτησέ με. Εμπρός, εμπρός˙
έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να μάθεις.
Ενα κρανίο μπορεί να εξαπατήσει
πανεύκολα το λιπαρό σακούλι, που κρατάς
στους ώμους σου. Ενα κρανίο σιωπή, χίλιες σιωπές,
χίλιες ψυχές ανάπηρες, χίλιες κλωτσιές, χίλιες βρισιές,
χίλιες φτυσιές... κάτι οπωσδήποτε τραχύ και σκοτεινό
μουχλιασμένο, ακαριαίο, σαν πανούκλα σε καιρό διαδοχής.
Λοιπόν, ο βασιλιάς σου... Τι κάνει στο κρεβάτι του
ο βασιλιάς, πριν ξυπνήσει παλιάτσος κι αρχίσει να σκούζει:
«Δεν είμαι εγώ αυτός που είμαι. Αυτή, αυτή τα φταίει όλα.
Ξάπλωσα κάποιος και ξύπνησα ένας ξένος».
Σκέψου το, πρίγκιπα. Είναι λογικό.
Μιλάς, αλλά μιλάς; Τι λες; Κι αν ζεις,
ποιος λέει πως ζεις; Εσύ; Εσύ...
Καταραμένη γλώσσα! αλλα τρώει κι άλλα ξερνάει.
Παλαβός είσαι αφέντη εσύ κι εσύ με τ' όνομά σου,
ο Αμλετ κι ο Αμλετ, κι όλοι μαζί οι παρ' ελπίδα ζωντανοί˙
σκοτεινός ως 'που δεν παίρνει άλλο φως.
Φως και φως με τ' όνομά του˙ χώμα, χους!
Στο φως οι άρχοντες, στο φως κι ακόμα παραπέρα!
Να, τα σκουλήκια: λάσπη, σκοτάδι εκ φωτός˙
ετοιμάζονται, σέρνουν την πείνα τους
-μια σταλιά κατ' ομοίωση φρίκη-
και πάνε να τελειώσουν ολόκληρο τον άνθρωπο
πριν πνίξει ο άνθρωπος τον άνθρωπό του στα καθαρά σεντόνια:
σάβανα τα σάβανα, σεντόνια πεντακάθαρα, σεντόνια σαρκοβόρα,
επιπλωμένος θάνατος, ιδιόκτητο σκοτάδι...
και τίποτα στον κόσμο δεν χάνεται τάχα,
αφού ό,τι πάνω και κάτω...
δεν το βλέπω, δεν το βλέπω καθόλου αυτό... το πάνω.
Το κάτω: περιφέρουν τις πληγές τους,
αναζητώντας τον πατέρα τους.
Ε, δεν καταλαβαίνουν πως τον έχουν στην πλάτη τους,
ώσπου μια νύχτα σκοτεινή, με δίχως τ' άστρα
και το φεγγάρι, ένα φάντασμα τους χτυπάει πισώπλατα,
βυθίζει ανάμεσα στους ώμους τους την αλήθεια σαν μαχαίρι.
Ακούς πώς λέγεται η αλήθεια στη γλώσσα της αλήθειας:
μια μαχαιριά˙ πισώπλατα, μια μαχαιριά...
Ο Γιόρικ δεν τους άφησε να τον σαβανώσουν, πριν τον σαβανώσουν.
Προτίμησα να πεθάνω, παρά να πεθάνω.
Αυτό είναι το ερώτημα, πρίγκιπα: να πεθάνεις ή να πεθάνεις;
Η ζωή... δες εδώ... κοίτα ν' ακούσεις,
άκου να δεις, θεοπάλαβε πρίγκιπα!
Τι θέλει το γαϊδούρι τέτοια αυτιά;
Μπορεί να τραγουδήσει ο Αμλετ;
Μπορεί άρχοντας να προστάξει γαϊδούρια;
Κουφός θα είναι ή τυφλός.
Ακου, λοιπόν: Σταμάτα να πηγαίνεις πάνω κάτω.
Τι έργο είναι αυτό, πηγαινέλα, απ' το φως στο σκοτάδι;
Αφησε τα σκουλήκια να κάνουν τη δουλειά τους
κάτω απ' τα πόδια σου, πριν κάνουν τη δουλειά τους
στα πόδια σου. Αλλο θέλω να πω:
βαθύ... μέχρι τα σπλάχνα της γης;
Σίγουρα˙ σίγουρα μέχρι τα σπλάχνα της γης.
Λέμε τα σπλάχνα της γης,
ενώ θέλουμε να πούμε το πτώμα της γης˙
σίγουρα, σίγουρα, το πτώμα της γης.
Τι λέμε, όταν δεν λέμε το πτώμα της γης;


Τι έλεγα; Παλαβιάρη, όλα θέλεις να τα μαθαίνεις.
Φιλόσοφος κανονικός!
Σκέψου κάτι από μόνος σου επιτέλους.
Ε, μη δίνεις σημασία στον Γιόρικ˙
τον Γιόρικ άκου. Κανένας
δεν μπορεί να σκεφτεί σαν άλλος˙
ούτε να φάει ούτε να πιει ούτε να πεθάνει.
Γιατί ρωτάς χωρίς να ρωτάς;
Πώς γίνεται να ρωτάς χωρίς να ρωτάς;
Είσαι τρελός, Αμλετ! Η Ουσία είναι καθαρή ταυτότητα
και φαίνεται από τον εαυτό της,
όταν δεν δείχνει καθόλου τον εαυτό της.
Αλλος πεθαμένος αυτός κι άλλος εκείνος, τρελέ.
Αυτός βρέθηκε μια νύχτα με τ' άντερα χυμένα
σαν φίδια και βατράχια στο πεζοδρόμιο,
και τον μάζεψαν και πήγαν στην πόρτα μιας ταβέρνας
για τελειώσει σαν ευυπόληπτος μεθύστακας.
Εκείνος μαγείρεψε δυο γείτονες
σκληρούς απ' την απελπισία,
και τον βρήκαν να γλείφει τα δάχτυλά του
από την τρυφερότητα του ενός
και τη νοστιμιά του άλλου.
Εναν ποιητή τον έσφαξαν σε μια ταβέρνα
γι' αυτά που έγραψε
κι έναν τον έχασαν οι ταβέρνες
γι' αυτά που δεν έγραψε.
Μόνο τα ποντίκια βρίσκουν το δίκιο τους εδώ γύρω.
Οι άνθρωποι... οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να μην ξέρουν
πως τα ποντίκια έχουν τη φωλιά τους στην τρύπα της Ουσίας.
Σκέπτονται οι άνθρωποι. Σου λέει:
κάθε νεκρός πεθαίνει από κάτι. Από τι όμως;
Υποχρεωτικά δεν θα πρέπει να σκοτώνει;
Αρα ό,τι σκοτώνει είναι πιο δυνατό απ' ό,τι σκοτώνεται.
Μάλιστα, μάλιστα, πιο δυνατό˙
συνεπώς, ο κόσμος είναι μεγάλος
και μόνο του καιρού τον λάκκο δεν μπορείς να σκάψεις.
Αυτό λέει η λογική.
Ετσι, έτσι. Κατά τη γνώμη του τρελού φταίει το βάρος μας.
Πατάμε πολύ, πολύ καιρό στη γη, συνηθίζουμε,
κι όταν δούμε την Αφροδίτη, στο βάθος του δρόμου,
νομίζουμε πως είναι λίγο πιο γλυκιά από το μέλι,
αλλά όχι τόσο μελαγχολική ώστε να...
ψηλές κοπέλες με μαύρες εσάρπες στους ώμους,
φουστάνια με πολύ λεπτές μέσες
που κατεβαίνουν ως τους αστραγάλους˙
κάποτε κάποια να το ανασηκώνει,
αλλά ακόμα κι έτσι να μην παύει ν' απουσιάζει,
ν' αγνοεί πως δεν την αγνοούν,
ώσπου αυτός που βλέπει να μην έχει πια ούτε μέρα
να φωνάξει ούτε νύχτα να τραγουδήσει...

Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.
Ε, πώς γίνεται να μην καταλαβαίνεις, παλαβέ;
Υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν,
όταν σοβαρεύουν τα πράγματα. Τι καταφέρνουν;
Ανακαλύπτουν πως είναι λίγος χαλκός και γυαλί
ό,τι σκέφτονταν για χρυσάφι και διαμάντια.
Τα ποντίκια δεν χρειάζεται να σκέφτονται για να υπάρχουν.
Γι' αυτό εγώ δεν νομίζω πως είμαστε όλοι ποντίκια.
Ε, και λοιπόν; Τι νομίζουμε πως κάνουμε;
Μια μέρα, ένας Πρόσπερος γεμάτος σκόνη
θα μας σκορπίσει στους πέντε ανέμους.

Δεν καταλαβαίνεις; Δεν χρειάζεται˙ υπάρχεις.
Κανείς δεν κατάλαβε από τότε που αρχίσαμε να ρωτάμε
αγκαλιά με τη γριά αλήθεια.
Δούλευε, τρελέ˙ μην καταλαβαίνεις˙
δούλευε καλά τη μηχανή του κόσμου.
Ο θεριστής πάντα θα φυλάει τα σταυροδρόμια
και θα 'ρχεται απρόσκλητος ο άρχοντας του τρόμου˙
κι ένα λιθάρι ασήμαντο με τη μορφή φιδιού,
θα έρπει όλα τα πλάσματα,
για χάρη του αδίστακτου ως άνω των πλασμάτων.
Ενα καράβι να ετοιμάσεις, τρελέ˙
τον πληγωμένο άνθρωπο,
που έχει ανάγκη ανθρώπου να φορτώσεις
και την προστάτιδα ψυχή ονείρων και προσδοκιών,
ελπίδας πάσης: την παρθένα
που δέχεται το βάρος του κόσμου όλου, την παρθένα
που ταξιδεύει απ' την αρχή προς την αρχή˙
και ν' ανοιχτείς δίχως φόβο, με πάθος.
Ετσι άρχισε ο κόσμος. Ετσι θ' αρχίζει πάντα.
Στη μέση της νύχτας, οφείλεις να ξυπνήσεις,
να θυμηθείς πως ήσουν νεκρός μες στην καρδιά σου,
πριν χαθείς στο δρόμο για το φως.
Σκοτάδι κι ασφυξία ν' ανασάνεις, να ξεχάσεις, να ξεχάσεις, τρελέ,
αυτόν που ισχυρίζεται πως είναι ο κόσμος λίγος
και είναι ο κόσμος σκοτεινός, κακός,
κι αυτόν που βρίσκεται στον κόσμο, αλλά δεν είναι κόσμος,
αυτόν που λέει πως θα σωθεί και φεύγει από τον κόσμο
και τα πράγματα, κι αυτόν που διαδίδει
πως όποιος έμαθε, έμαθε, κι όποιος γνωρίζει, ξέρει.
Η ζωή είναι η μοίρα σου, πρίγκιπα θεοπάλαβε,
τα πράγματα, οι αρχές σου,
επειδή το τέλος πάντα θα φυλάει τα σταυροδρόμια,
κι ένα λιθάρι ασήμαντο με τη μορφή φιδιού
θα έρπει όλα τα πλάσματα
για χάρη του αδίστακτου ως άνω των πλασμάτων.

Πώς αλλιώς, ε; Πώς αλλιώς, παλαβέ;
Καθένας θέλει έναν θεό μόνο δικό του,
όμως τα βρίσκουμε μεταξύ μας, όταν έρθει μεσημέρι
με την πόλη πυρωμένη σαν μασιά να σκαλίζει τον ορίζοντα,
να βάζει σύμβολα και εικόνες σε μια σειρά,
να ρωτάει πώς βγαίνουν τα πουλιά από τις πέτρες
κι ο ουρανός απ' το μελάνι,
πώς βγαίνει ο άνθρωπος απ' το χαρτί.
Κι εμείς χωρίς μάτια, με πέτρες στα μάτια, τυφλοί από ευταξία˙
κι εμείς χωρίς αίμα, χωρίς σάρκα:
χαρτί και μελάνι εμείς˙
θάνατο μυρίζουμε, θάνατο προσοδοφόρο.
Ανθρωποι είμαστε, πρίγκιπα.
Κι αυτό σημαίνει πως απ' την ίδια τρέλα
δρέπει ο καθένας την πληγή του.
Δεν μπορώ να καταλάβω τι περισσότερο μπορεί να κάνει ένας θεός.
Κοίταξε γύρω σου: μιλάνε ακατάσχετα την άγνοιά τους
οι άνθρωποι, οι άνθρωποι που ονειρεύονταν γύπες,
όταν ήταν σκουλήκια - μιλάνε
κι απορούν το τέλος του ανθρώπου.
Δεν σκέφτονται, μιλάνε.
Δεν ονειρεύονται, απελπίζονται:
πού πήγαν οι αετοί, οι θύελλες των φτερών τους,
το φως του ήλιου στα νύχια τους,
αυτός ο ένδοξος κόσμος
που βλέπει στον καθρέφτη ενός θεού τον θεό
να βλέπει τον θεό στον καθρέφτη
τού παντοκράτορα ανθρώπου...

Φύγε από τη ζωή σου, τρελέ, αν θέλεις να ζήσεις.

Αυλαία, αυλαία, άθλιοι! Βρωμοκόπησε Ιστορία!


Γιώργος Μπλάνας

αναδημοσίευση απο το περιοδικό ποίησης  poema






Δεν υπάρχουν σχόλια: