Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Cinque poetesse greche

Cinque poetesse greche
Parte II
(Cura e traduzione di Massimiliano Damaggio)

Έφη Καλογεροπούλου
Efi Kaloyeropoùlou

Efi Kaloyeropoùlou
Ammos
 Ναυαγοί

Ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλίτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί πού σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.

Naufraghi
Gettati sulla riva
sulla terraferma del giorno
alcuni stringendo un pezzo di notte
e altri mare
gli scampati avevano già scordato
e gli altri ancora morti
ma più di tutto lavati
asciugavano sulle pietre
il tempo non li distingueva
e chi s’era salvato
e gli altri si lasciavano
alle spalle code spezzate.

*

Το κλειδί
Έσπρωχνε το Αόρατο
με τα χέρια
μετά κουράστηκε
τέντωσε τις παλάμες,
άνοιξε τα δάχτυλα
κι ανάμεσα
πέρασαν σειρές  με πρόσωπα
το ένα πίσω από το άλλο
ύστερα άδειασε ο αέρας
κι έφυγε κι αυτός
όταν έμεινε μόνος
στο κενό κλείδωσε
το δικό του πρόσωπο
και
πέταξε
το κλειδί.

La chiave
Spingeva l’Invisibile
con le mani
poi si stancò
allungò i palmi,
aprì le dita
e in mezzo
passarono file con volti
uno dietro l’altro
dopo si svuotò l’aria
e anch’essa se ne andò
quando restò solo
chiuse a chiave nel vuoto
il suo proprio volto
e
gettò
la chiave.

*

Δίχως τέλος
άρχισε να βρέχει
δίχως τέλος
έσταζε ο χρόνος
πρόσωπα ληστών και αγίων
μάτια τυφλών
που φυλάκισαν την αθωότητα
για πάντα
κραυγές χαμένων από λάθος
στα σκοτάδια
έβρεχε λάσπη
κι άλλα τέτοια αντικείμενα

Senza fine
cominciò a piovere
senza fine
il tempo gocciolava
volti di santi e di ladri
occhi di ciechi
che serbarono l’innocenza
per sempre
urla di perduti per errore
nell’oscurità
pioveva fango
e altri oggetti simili

*

Θα με ξεχάσεις,ναι…
Θα με ξεχάσεις, ναι
άγνωστοι θα ταξιδέψουμε στο τέλος
θα μας ξεμάθουν τα χέρια μας.
Εσύ θα αφήσεις πίσω σου εμένα
κι εγώ θα σπρώξω το εμείς στο πάντα.
Είναι που φυσάει δυνατά και στέκεσαι στο παράθυρο,
δεν  μιλάς, δεν  ακούς, μόνο κοιτάζεις τα δέντρα
και εγώ κοιτάζω εσένα που κοιτάζεις, και τη πλάτη σου.
Το τζάμι διαλύεται
δεν ξεχωρίζω πια το μέσα απ’ το έξω.
Και να φυσάει,
να μη κινδυνεύω πια απ’ τη σιωπή σου θέλω.
Θα με ξεχάσεις, ναι
θα φύγεις
το λευκό θα μας σκεπάσει
ο αέρας θα πάψει.
Δεν είναι το σκοτάδι που με τρομάζει
το χυμένο ανάμεσά μας
το σκοτωμένο σκοτεινό θα μένει.
Είναι που δεν μπορώ απόψε
να κλείσω το παράθυρο.

Mi scorderai, sì…
Mi scorderai, sì
sconosciuti viaggeremo verso il termine
le nostre mani ci disimpareranno.
Tu ti lascerai dietro me
e io spingerò il noi nel sempre.
C’è che soffia forte e stai in piedi alla finestra,
non parli, non senti, solo guardi gli alberi
e io guardo te che guardi, e la tua schiena.
Il vetro si scioglie
non distinguo più il dentro dal fuori.
E che soffi,
non voglio più essere in pericolo per il tuo silenzio.
Mi scorderai, sì
te ne andrai
ci coprirà il bianco
il vento cesserà.
Non mi spaventa l’oscurità
l’oscurità uccisa
e fra noi versata resterà.
C’è che questa sera non posso
chiudere la finestra.

*

Συχνά σε όνειρο…
Συχνά σε όνειρο
το παλτό της έβλεπε
άδειο από κορμί  να πέφτει
τότε στο πάτωμα άπλωνε το χέρι
κι έλεγε
- να σώσω ό,τι  προλάβω
Απόψε το χέρι της, άκουσε
την άκουσε
σύρθηκε  στο σκοτάδι
άνοιξε τις ραφές,  έσκισε τη φόδρα
ραμμένο με κλωστή, φαρδύ από ακινησία
χρόνο ξήλωσε.
Τίποτα δεν περισσεύει, είπε
ένα κουβάρι τύλιξε, τόσο πρόλαβε
το πήρε κι έφυγε.
Μέρες αργότερα την είδαν
δίπλα στη θάλασσα να περπατά
Κι αν δεν υπάρχει χρόνος; έλεγε
Ενα κουβάρι είναι, τίποτα περισσότερο.
Και πιάνοντας την άκρη του
το πέταξε στη θάλασσα.
Εδώ τελειώνει η θάλασσα στα χέρια μου
σκέφτηκε.

Spesso in sogno…
Spesso in sogno
vedeva il suo paltò
vuoto di corpo cadere
e allungava la mano al pavimento
e diceva
- salverò quel che potrò
Stasera ha sentito la sua mano
l’ha sentita
strisciare nell’oscuro
aprire le cuciture, lacerare la fodera
cucito con il filo, ampio di fissità
disfare il tempo.
Non avanza nulla, disse
avvolse un gomitolo, tanto riuscì
a prendere e fuggì.
Giorni dopo la videro
camminare accanto al mare
E se non ci fosse tempo? diceva
È un gomitolo, niente di più.
E prendendone un capo
lo gettò nel mare.
Qui termina il mare nella mie mani
pensò.

***






Δεν υπάρχουν σχόλια: