Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

..ενα χαρτάκι...



ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ //μτφ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ

Μπολέρο
Τί ματαιότητα να φαντάζομαι
πως μπορώ να στα δώσω όλα, τον έρωτα και τη μαγεία,
διαδρομές, μουσική, παιχνίδια.
Η αλήθεια είναι πως είναι έτσι:
όλα τα δικά μου στα δίνω, είναι αλήθεια,
αλλά όλα τα δικά μου δεν σου αρκούν
όπως εμένα δεν μου αρκεί να μου δίνεις
όλα τα δικά σου.

Γι αυτό δεν θα είμαστε ποτέ
το τέλειο ζεύγος, η ταχυδρομική κάρτα,
αν δεν είμαστε ικανοί να δεχτούμε
πως μονάχα στην αριθμητική
το δύο προκύπτει από το ένα συν ένα.

Εδώ γύρω ένα χαρτάκι
που μονάχα λέει:


Πάντα ήσουν ο καθρέφτης μου

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

ωχ ωχ ωχ


ωχ ωχ ωχ

Ενας τύπος εχει ένα βιβλιοπωλείο
Οπου πάω και υπογράφω τα βιβλία μου
Και πάντα μου χαρίζει ένα βιβλίο με το ζόρι
Κάτι για τη σκληρή και απονη ζωή
Αλλά αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα
Από αρθρογράφους εφημερίδων,
Καθηγητές πανεπιστημίου,πλουσιόπαιδα κλπ
Οι τύποι αυτοί εχουν δεί τι πάει να πεί αληθινά
Σκληρή ζωή όσο κι οι επαρχιακοί εφημέριοι
Η ζωή τους είναι περιπετειώδης
Οσο και το ξεσκόνισμα του ραφιού της βιβλιοθήκης
Κανείς απ’ αυτούς δεν έμεινε ούτε μια μέρα νηστικός,
Τα βιβλία τους είναι καλογραμμένα και καμιά φορά
Εξυπνα,εχουν μια δόση τόλμης αλλά υπάρχει
Σαφώς η αίσθηση της άνεσης ,στη γραφή και στη ζωή.
Τα βιβλία γλιστράνε απο το χέρι μου.
Αυτός ο βιβλιοπώλης πρέπει να σκεφτεί
Αλλους τρόπους να με ανταμείψει
Που υπογράφω τα βιβλία μου
Γιατί η ανάγνωση κάθε όμορφα τυπωμένης μαλακίας
Μου θυμίζει μονάχα για μια ακόμα φορά
Ότι μοναδικός μου αντίπαλος είναι ο εαυτός μου.

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ
Να περιφέρεσαι στην τρέλα
Μτφρ: Σώτη Τριανταφύλλου//εκδ ηλέκτρα


 

τελευταία τσιγάρα


ΤΣΙΓΑΡΑ
Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα ...

Χίλιες φορές κοιμήθηκα με το τσιγάρο αναμμένο
απ' άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες ...

Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρημη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκα τρελάθηκες τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα

άαααα ...
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο .

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ///τα θεάματα(1966-1982)


 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

..τα παρεμφερή..




Εμείς

Πιθανόν εμείς να πέφτουμε εξω μ ' όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα....
Πιστεύω να υπάρξει ενας παράδεισος και για μάς γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά τσιγάρα καφέδες και κρασιά κουτούκια και ταξιά ερημες μεταμεσονύχτιες πλατείες κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι απο πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και για αυτό δυό φορές μόνες...

Θωμάς Γκόρπας
Τα θεάματα  (1966-1982)

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

...ευτυχώς ο καιρός ήταν καλός.....





…Samuel Beckett ///Molloy(1951)….. απόσπασμα

Κράτα το ποδήλατο,είπα ,και δώς μου την τρόμπα.Σε λιγάκι το λάστιχο ήτανε πέτρα.Κοίταξα το γιό μου.Αρχισε να διαμαρτύρεται.Τον έκοψα.Σε πέντε λεπτά έπιασα πάλι το λάστιχο.Δεν είχε μαλακώσει καθόλου.Είσαι κακομοίρης ,του είπα.Εβγαλε μια πλάκα σοκολάτα από την τσέπη του και μου την έδωσε.Την πήρα.Αλλά αντί να τη φάω,όπως θα ήθελα,και μολονότι σιχαίνομαι τη σπατάλη,την πέταξα πέρα,ύστερα από μια στιγμή δισταγμού την οποία ελπίζω να μην πρόσεξε ο γιός μου.Αρκεί.Κατεβήκαμε στο δρόμο.Μονοπάτι ήταν μάλλον.Πήγα να καθήσω στη σχάρα.Το πέλμα του πιασμένου ποδιού μου ήταν λές και ήθελε να χωθεί μές στη γή,μές στον τάφο.Σηκώθηκα ψηλότερα βάζοντας αποκάτω μου το σακίδιο.Κράτα το καλά είπα.Δεν έφτανε.Πρόσθεσα το γυλιό.Τα εξογκώματά του μου έμπαιναν στον πισινό.Οσο πιο πολύ μου αντιστέκονται τα πράγματα τόσο μεγαλύτερη λύσσα με πιάνει.Με τον καιρό,και με μοναδικά εφόδια τα νύχια και τα δόντια,θα ανέβαινα από τα έγκατα της γής ως το φλοιό της,ξέροντας πολύ καλά πως δε θα κέρδιζα τίποτα.Κι όταν δε θάχα πιά δόντια ,ούτε νύχια,θα ΄σκαβα το βράχο με τα κοκκαλά μου.Να λοιπόν με δυό λόγια η λύση στην οποία κατέληξα.Πρώτα ο γυλιός ,ύστερα το σακίδιο,ύστερα το αδιάβροχο του γιού μου διπλωμένο στα τέσσερα,κι όλα μαζί δεμένα γερά στη σχάρα και στη σέλα με τους σπάγγους του γιού μου.Οσο για την ομπρέλλα,την κρέμασα στο λαιμό μου,έτσι ώστε νάχω τα χέρια ελεύθερα για να πιάνω το γιό μου από την μέση ή μάλλον απ τις μασχάλες,γιατί καθόμουν πιο ψηλά από αυτόν.Ξεκίνα ,είπα.Εκανε υπεράνθρωπη προσπάθεια ,δεν μπορώ να πώ.Πέσαμε.Ενιωσα ένα δυνατό πόνο στο καλάμι.Είχα μπουρδουκλωθεί ολόκληρος στην πίσω ρόδα.Βοήθησέ με ! φώναξα.Με βοήθησε να σηκωθώ.Η κάλτσα μου είχε σκιστεί και από τη γάμπα μου έτρεχε αίμα.Ευτυχώς ήταν το άρρωστο πόδι.Τι θα γινόμουν με δυό πόδια χαλασμένα;Θα τα βόλευα.Μπορεί να ήταν ένα εμπόδιο για καλό.Σκεφτόμουν φυσικά την φλεβοτομία.Εσύ είσαι εντάξει; Είπα.Ναί,είπε.Εμ βέβαια.Σήκωσα την ομπρέλλα και του κατάφερα ένα ξεγυρισμένο χτύπημα πίσω από τα γόνατα,εκεί που γυάλιζε το κρέας του γυμνό ανάμεσα στο παντελόνι και τις κάλτσες.Εβγαλε μια φωνή.Θές να μας σκοτώσεις ; είπα.Δεν έχω τόση δύναμη ,είπε,δεν έχω τόση δύναμη.Το ποδήλατο δε φαινόταν να εχει τίποτα,η πίσω ρόδα είχε ισως στραβώσει λιγάκι.Κατάλαβα αμέσως το λάθος που είχα κάνει.Εφταιγα που είχα στρογγυλοκαθήσει στη θέση μου ,με τα πόδια κρεμασμένα στον αέρα πρίν ξεκινήσουμε.Σκέφτηκα.Θα ξαναδοκιμάσουμε,είπα.Δεν μπορώ ,είπε.Μήν εξαντλείς την υπομονή μου,είπα.Καβάλησε τον άξονα.Θα ξεκινήσεις σιγά-σιγά όταν σου πώ ,είπα.Πήγα πάλι πίσω και κάθησα στη θέση μου ,με τα πόδια κρεμασμένα στον αέρα.Ωραία.Περίμενε μέχρι να σου πώ,είπα.Γλίστρησα προς το πλάι μέχρις οτου το πέλμα του καλού μου ποδιού ακούμπησε στο έδαφος.Το μόνο βάρος που είχε τώρα να σηκώσει η πίσω ρόδα ήταν το βάρος του άρρωστου ποδιού μου που πεταγόταν αλύγιστο ψηλά σε μια τρομαχτική γωνία.Εχωσα τα δαχτυλά μου στο σακάκι του γιού μου.Ξεκίνα σιγά-σιγά ,είπα.οι ρόδες άρχισαν να γυρίζουν.Εγώ ακολουθούσα μισοσερνάμενος,μισοχοροπηδώντας.Ετρεμα για τους όρχεις μου που κουνιόντουσαν κάπως χαμηλά.Πιό γρήγορα! φώναξα.Ορθώθηκε πάνω στα πετάλια.Με ένα πήδημα ξαναγύρισα στη θέση μου.Το ποδήλατο ταλαντεύτηκε,ίσιωσε,απόκτησε ταχύτητα.Μπράβο ! φώναξα τρελός απ ο χαρά.Γιούπι! φώναξε ο γιός μου.Πως το σιχαίνομαι αυτό το επιφώνημα.Λίγο έλειψε να το παραλείψω.Ηταν το ίδιο χαρούμενος με μένα,νομίζω.Η καρδιά του χτυπούσε Κάτω από την παλάμη μου,αν και η παλάμη μου ήταν μακριά από την καρδιά του.Ευτυχώς το μονοπάτι κατηφόριζε.Ευτυχώς είχα φτιάξει το καπέλο μου,αλλιώς θα μου το έπαιρνε ο αέρας.Ευτυχώς ο καιρός ήταν καλός κι εγώ δεν ήμουν πιά μόνος.Ευτυχώς,ευτυχώς.

Samuel Beckett ///Molloy(1951)
Μτφ: Λήδα Παλαντίου
Αλεξ.Παπαθανασοπούλου