Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

καλό καλοκαίρι


για τον   Johnny  


 



Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

η μπαλάντα του γέρου ναυτικού με την Φιόνα Σώ




«Μόνος,μονάχος,ολομόναχος,
Μονάχος,πάνω στην πλατιά μεγάλη θάλασσα!
Κι ούτε ένας άγιος ποτέ δεν ευσπλαχνίστηκε
Την ψυχή μου μέσα στην αγωνία της.»
S.T.Coleridge/μτφ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος

«Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού», του S.T.Coleridge, που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο Φεστιβάλ Αθηνών με την Fiona Shaw και τον Daniel Hay- Gordon σε σκηνοθεσία της Phyllida Lloyd ,είναι ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής λογοτεχνίας και αντιπροσωπευτικό δείγμα του αγγλικού ρομαντισμού.
Ο S.T.Coleridge (1772-1834) πνευματικός ηγέτης του αγγλικού ρομαντισμού,     ποιητής,  δραματουργός και φιλόσοφος, ενστάλαξε στο ποίημα αυτό ,με τρόπο συμβολικό, την αισθητική και φιλοσοφική του αντίληψη,εγκαθιστώντας στο κέντρο του ποιητικού του σύμπαντος την φαντασία ως απόλυτη κυρίαρχο, δίνοντας ταυτόχρονα στο ποιητικό του ρήμα την ενέργεια και την ελευθερία να κινηθεί με άνεση ανάμεσα σε ψευδαίσθηση και πραγματικότητα, φυσικό και υπερφυσικό, ορατό και  αόρατο,  α-λογο και  λογικό.
«Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού», είναι μια παραβολή.
Ενα υπαρξιακό ταξίδι περιπλάνησης και αυτογνωσίας κάθε ανθρώπου αλλά ταυτόχρονα, σε μια άλλη ανάγνωση, η πνευματική διαδρομή του  καλλιτέχνη, που προσπαθεί να τιθασεύσει τους προσωπικούς του δαίμονες και περνώντας  μέσα από μια περίοδο φοβερών δοκιμασιών ,με όπλο του την Πίστη, βρίσκει τελικά των δρόμο του ,δρόμο προς την πνευματική δημιουργία,την λύτρωση και την σωτηρία.
Στην» μπαλάντα του γέρου ναυτικού» ,ενας γέρο-ναυτικός βρίσκει έναν νεαρό καλεσμένο σε γάμο,και αρχίζει να του εξιστορεί  την προσωπική του Οδύσσεια.Το πώς δηλαδή το καράβι του, έχοντας πρώτα πλεύσει στον Ισημερινό,παρασύρθηκε από σφοδρή ανεμοθύελλα στον Νότιο Πόλο και πώς ο ιδιος με σκληρότητα και περιφρονώντας τους νόμους της φιλοξενίας, σκότωσε το άλμπατρος που με την καλοτυχία του τους άνοιγε τον δρόμο ανάμεσα στους πάγους.

«Είχα κάνει ένα αποτρόπαιο πράγμα
Και μόνο συμφορά θα τους έφερνε:
Γιατί ολοι τους έλεγαν πως είχα σκοτώσει
Το πουλί που έκανε την αύρα να φυσά,
Τον άθλιο!λέγαν,το πουλί να σκοτώσει,
Που έκανε την αύρα να φυσά!»
S.T.Coleridge/μτφ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος


Στην συνέχεια, εξιστόρησε το πώς η ευνοϊκή αύρα ,έπαψε να φυσά ,και οι σύντροφοί του θεωρώντας τον υπαίτιο, του κρέμασαν στο λαιμό το θαλασσοπούλι. Ακόμη, πώς μέρα τη μέρα   ο βυθός της θάλασσας επήρε να σαπίζει,και γλοιώδη πλάσματα με πόδια να εμφανίζονται στη γλοιώδη επίσης θάλασσα.Στη συνέχεια του διηγήθηκε, πώς  ένα πλοίο τους πλεύρισε, με πλήρωμα ένα ζευγάρι: το Θάνατο και την Ζωή μέσα στο Θάνατο και πώς η Ζωή μέσα στον Θάνατο τον κέρδισε στα ζάρια ,ενώ ο Θάνατος κέρδισε τους συντρόφους του που ένας ένας άρχισαν να πεθαίνουν.

«Ακριβώς  την ίδια τη στιγμή
Μπόρεσα να προσευχηθώ
Κι απ το λαιμό μου έτσι
Επεσε ελεύθερος ο Αλμπατρος,
Και σαν μολύβι μέσα στην θάλασσα βυθίστηκε.»
S.T.Coleridge/μτφ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος


Συνεχίζοντας, διηγήθηκε  πως περιπλανήθηκε μοναχικά πάνω στην απέραντη θάλασσα, ώσπου εμφανίστηκαν τα θαλασσινά της νηνεμίας δημιουργήματα, σταλμένα από τον Θεό και τέλος, όταν η αγάπη τον κατέκλυσε και ελευθερώθηκε από το Αλμπατρος που μόνο του ξελύθηκε απ το λαιμό του και έπεσε στη θάλασσα, πώς ουράνιες μορφές λευκές ιπτάμενες πάνω από τα σώματα των συντρόφων του,του έφεραν καλοτυχία και τον οδήγησαν τελικά πίσω στην πατρίδα.

Η Fiona Shaw, είχε παρουσιάσει την «μπαλάντα του γέρου ναυτικού» πρίν δυο χρόνια στα πλαίσια του Φεστιβάλ, στην μικρή Επίδαυρο.Ενδιαμέσως η παράσταση που παρακολουθήσαμε « δουλεύτηκε» εκ νέου και παρουσιάστηκε στην Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο.Επανήλθε λοιπόν φέτος με την «τελειοποιημένη της εκδοχή».
Μπαίνοντας στην αίθουσα της Πειραιώς 260,αντικρύσαμε την Fiona Shaw μόνη της επι σκηνής και πρίν ακόμη αρχίσει η παράσταση να κρατά στα χέρια της ένα ραβδί και δύο καπέλα.Οσο οι θεατές προσέρχονταν και γέμιζαν τις κερκίδες ,εκείνη ζήτησε ευγενικά από κάποιον καθισμένο στην πλατεία να ανέβει μαζί της στη σκηνή,να βγάλει τα παπούτσια του και στη συνέχεια σαν γλύπτης που σμιλεύει το δημιουργημά του ,του φόρεσε το ένα καπέλο,του έδωσε το ραβδί και του ζήτησε να πάρει τη μορφή ενός καμπουριασμένου από τα χρόνια και τις κακουχίες γέρου!
Το ίδιο συνεχίστηκε και με άλλον και άλλον θεατή και πάντα επαναλάμβανε το σμίλεμα αυτής της γέρικης μορφής.Ετσι δεν μας εξέπληξε καθόλου όταν αρχίζοντας η παράσταση διαπιστώσαμε ότι ο πρώτος «θεατής» ήταν ο ηθοποιός-χορευτής Daniel HayGordon.Ανάμεσα στους δυο τους, ξεκίνησε μια θαυμαστή εναλλαγή ρόλων και μορφών.
Η σπουδαία ηθοποιός, κράτησε μόνη της την εκφορά του λόγου και  σε μια υποδειγματική ερμηνεία ανέδειξε την ποιητικότητα του κειμένου ,ντύνοντας με εικόνες  τους ήχους κάθε λέξης. Ο ρυθμός της φωνητικής της εκφοράς και οι πλήρεις δραματικού φορτίου παύσεις της, σε συνδυασμό με την δυνατή σκηνική της ενέργεια, έδωσαν σάρκα και οστά στα πλάσματα της φαντασίας του γέρου ναυτικού.
Η σωματικότητα της θεατρικής  αφήγησης  του νεαρού  Daniel HayGordon ο οποίος μεταμορφωνόταν πότε σε άλμπατρος,πότε στον ίδιο τον ήρωα,πότε στους νεκρούς συντρόφους κλπ, διέθετε έξοχη κίνηση,ρυθμό και μουσικότητα.
Τα λιγοστά σκηνικά αντικείμενα,ένα ραβδί,δυό καπέλα,μια μικρογραφία ξύλινου καραβιού, σε συνδυασμό  με το λιτό σκηνικό της Χλόης Ομπολένσκι(κατάρτι με πανί σε φυσικό μέγεθος που όταν ανέβαινε φιλοξενούσε τις σκιές των πλασμάτων της φαντασίας τουColeridge)μαζί με τους ήχους και τους φωτισμούς, μας παρέσυραν στην ατμόσφαιρα αυτού του ιδιαίτερου ποιητικού κόσμου.
Μία πραγματικά έξοχη παράσταση.





Συντελεστές της παράστασης:
Ερμηνεύουν
Fiona Shaw
Daniel Hay-Gordon

Σκηνοθεσία
Phyllida Lloyd

Χορογραφία
Kim Brandstrup

Σκηνικά
Χλόη Ομπολένσκι

Φωτισμοί
Jean Kalman
Mike Gunning

Σύνθεση & σχεδιασμός ήχου
Mel Mercier

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

“ Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι,
αλλά το τι τους κινεί ”


Pina Bausch


περισσότερα για την χορογράφο εδώ

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Cinque poetesse greche

Cinque poetesse greche
Parte II
(Cura e traduzione di Massimiliano Damaggio)

Έφη Καλογεροπούλου
Efi Kaloyeropoùlou

Efi Kaloyeropoùlou
Ammos
 Ναυαγοί

Ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλίτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί πού σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.

Naufraghi
Gettati sulla riva
sulla terraferma del giorno
alcuni stringendo un pezzo di notte
e altri mare
gli scampati avevano già scordato
e gli altri ancora morti
ma più di tutto lavati
asciugavano sulle pietre
il tempo non li distingueva
e chi s’era salvato
e gli altri si lasciavano
alle spalle code spezzate.

*

Το κλειδί
Έσπρωχνε το Αόρατο
με τα χέρια
μετά κουράστηκε
τέντωσε τις παλάμες,
άνοιξε τα δάχτυλα
κι ανάμεσα
πέρασαν σειρές  με πρόσωπα
το ένα πίσω από το άλλο
ύστερα άδειασε ο αέρας
κι έφυγε κι αυτός
όταν έμεινε μόνος
στο κενό κλείδωσε
το δικό του πρόσωπο
και
πέταξε
το κλειδί.

La chiave
Spingeva l’Invisibile
con le mani
poi si stancò
allungò i palmi,
aprì le dita
e in mezzo
passarono file con volti
uno dietro l’altro
dopo si svuotò l’aria
e anch’essa se ne andò
quando restò solo
chiuse a chiave nel vuoto
il suo proprio volto
e
gettò
la chiave.

*

Δίχως τέλος
άρχισε να βρέχει
δίχως τέλος
έσταζε ο χρόνος
πρόσωπα ληστών και αγίων
μάτια τυφλών
που φυλάκισαν την αθωότητα
για πάντα
κραυγές χαμένων από λάθος
στα σκοτάδια
έβρεχε λάσπη
κι άλλα τέτοια αντικείμενα

Senza fine
cominciò a piovere
senza fine
il tempo gocciolava
volti di santi e di ladri
occhi di ciechi
che serbarono l’innocenza
per sempre
urla di perduti per errore
nell’oscurità
pioveva fango
e altri oggetti simili

*

Θα με ξεχάσεις,ναι…
Θα με ξεχάσεις, ναι
άγνωστοι θα ταξιδέψουμε στο τέλος
θα μας ξεμάθουν τα χέρια μας.
Εσύ θα αφήσεις πίσω σου εμένα
κι εγώ θα σπρώξω το εμείς στο πάντα.
Είναι που φυσάει δυνατά και στέκεσαι στο παράθυρο,
δεν  μιλάς, δεν  ακούς, μόνο κοιτάζεις τα δέντρα
και εγώ κοιτάζω εσένα που κοιτάζεις, και τη πλάτη σου.
Το τζάμι διαλύεται
δεν ξεχωρίζω πια το μέσα απ’ το έξω.
Και να φυσάει,
να μη κινδυνεύω πια απ’ τη σιωπή σου θέλω.
Θα με ξεχάσεις, ναι
θα φύγεις
το λευκό θα μας σκεπάσει
ο αέρας θα πάψει.
Δεν είναι το σκοτάδι που με τρομάζει
το χυμένο ανάμεσά μας
το σκοτωμένο σκοτεινό θα μένει.
Είναι που δεν μπορώ απόψε
να κλείσω το παράθυρο.

Mi scorderai, sì…
Mi scorderai, sì
sconosciuti viaggeremo verso il termine
le nostre mani ci disimpareranno.
Tu ti lascerai dietro me
e io spingerò il noi nel sempre.
C’è che soffia forte e stai in piedi alla finestra,
non parli, non senti, solo guardi gli alberi
e io guardo te che guardi, e la tua schiena.
Il vetro si scioglie
non distinguo più il dentro dal fuori.
E che soffi,
non voglio più essere in pericolo per il tuo silenzio.
Mi scorderai, sì
te ne andrai
ci coprirà il bianco
il vento cesserà.
Non mi spaventa l’oscurità
l’oscurità uccisa
e fra noi versata resterà.
C’è che questa sera non posso
chiudere la finestra.

*

Συχνά σε όνειρο…
Συχνά σε όνειρο
το παλτό της έβλεπε
άδειο από κορμί  να πέφτει
τότε στο πάτωμα άπλωνε το χέρι
κι έλεγε
- να σώσω ό,τι  προλάβω
Απόψε το χέρι της, άκουσε
την άκουσε
σύρθηκε  στο σκοτάδι
άνοιξε τις ραφές,  έσκισε τη φόδρα
ραμμένο με κλωστή, φαρδύ από ακινησία
χρόνο ξήλωσε.
Τίποτα δεν περισσεύει, είπε
ένα κουβάρι τύλιξε, τόσο πρόλαβε
το πήρε κι έφυγε.
Μέρες αργότερα την είδαν
δίπλα στη θάλασσα να περπατά
Κι αν δεν υπάρχει χρόνος; έλεγε
Ενα κουβάρι είναι, τίποτα περισσότερο.
Και πιάνοντας την άκρη του
το πέταξε στη θάλασσα.
Εδώ τελειώνει η θάλασσα στα χέρια μου
σκέφτηκε.

Spesso in sogno…
Spesso in sogno
vedeva il suo paltò
vuoto di corpo cadere
e allungava la mano al pavimento
e diceva
- salverò quel che potrò
Stasera ha sentito la sua mano
l’ha sentita
strisciare nell’oscuro
aprire le cuciture, lacerare la fodera
cucito con il filo, ampio di fissità
disfare il tempo.
Non avanza nulla, disse
avvolse un gomitolo, tanto riuscì
a prendere e fuggì.
Giorni dopo la videro
camminare accanto al mare
E se non ci fosse tempo? diceva
È un gomitolo, niente di più.
E prendendone un capo
lo gettò nel mare.
Qui termina il mare nella mie mani
pensò.

***






Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014


«Ένα μπουκάλι ξεβράζεται στην όχθη του λιμανιού.Ενα από τα χιλιάδες μπουκάλια με μηνύματα,που ρίχνουμε στον ωκεανό και ακολουθούν μια τυχαία πορεία.Μόνο που αυτό το μπουκάλι περιέχει ένα λογοτεχνικό έργο.Και παραλήπτης –τυχαία- είναι  ενας νέος άντρας που ζεί στο λιμάνι,ενας άντρας που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ήρωας του έργου.Και έτσι…τυχαία.. από τη μεριά της θάλασσας μας έρχεται η ιστορία κάποιου ναυαγού στο λιμάνι της ζωής ,που για να κερδίσει την ψυχή του ,άρχισε να γράφει.Και έτσι τυχαία γεννιέται η ιστορία του παραλήπτη που –καθόλου τυχαία- ξανακερδίζει τον χαμένο χρόνο.Οπως ο Ζενέ τυχαία στην φυλακή ανακαλύπτει τον Προύστ και αρχίζει να γράφει ,έτσι τυχαία ,ενας άνθρωπος του σήμερα διαβάζει τον Ζενέ και ξανασυστήνεται στον κόσμο.Μόνο που τα μηνύματα στα μπουκάλια δεν ακολουθούν μια χαώδη πλεύση.Αντίθετα έχουν την τάση να εκπληρώνουν τον σκοπό τους και να βρίσκουν τον κατάλληλο παραλήπτη –αυτόν για τον οποίον στάλθηκαν»

(από το πρόγραμμα της παράστασης)

 Το “HEAVEN ON EARTH? “ είναι ένα ευρωπαικό πολιτιστικό πρόγραμμα που πραγματοποιείται με συμμετοχή καλλιτεχνών από την Ελλάδα,Μεγάλη Βρετανία,Τουρκία,Γαλλία,Ιταλία,εμπνευσμένο από το έργο του συγγραφέα Jean Genet.
 Η διαδραστική περφόρμανς που παρακολουθήσαμε στο παλαιό Ελαιουργείο του λιμανιού της Ελευσίνας –να σημειωθεί εδώ ότι οι παραστάσεις θα δοθούν όλες σε λιμάνια των εξι χωρών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα-χρησιμοποιεί αποσπάσματα από ολόκληρο  το έργο του Jean Genet και ιδιαίτερα από τον «Καβγατζή της Βρέστης» για να θέσει μέσα από την θεατρική αφήγηση μια σειρά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την προδοσία,τον έρωτα,την αγάπη,τον φόνο,την συνείδηση,τον απωλεσθέντα παράδεισο,την απόρριψη,την εξουσία,την καταπίεση,την μοναξιά.
 Εχει ο καθένας τον παράδεισο που του αξίζει;
 Τι σκοτώνει κανείς μέσα του;
 Υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτόν τον κόσμο;
 Υπάρχει κατάλληλη ανταμοιβή ή τιμωρία για τις ατομικές μας ή τις συλλογικές μας πράξεις;
 Το έργο  του Jean Genet στήνει ποιητικές παγίδες με λέξεις.Ο κόσμος του ,κόσμος αλητών,πορνών,εγκληματιών και κάθε λογής κοινωνικά περιθωριοποιημένων πλασμάτων ,ενας κόσμος Κακού,αιχμαλωτίζει τον «ενάρετο» θεατή υποχρεώνοντας τον να δεί φάσματα του εαυτού του και προς χάριν της τάξης του να αποδεχθεί την αταξία που στην καθημερινότητα του αρνείται να αναγνωρίσει, ως ενα δικό του κομμάτι.ΟΙ άνθρωποι λένε ψέματα,κλέβουν σκοτώνουν.Φυσικά υπάρχουν όρια και αυστηροί κανόνες ..ομως ο εντιμος δεν είναι εντελώς έντιμος και ο ανέντιμος το ίδιο.Καλό και Κακό προχωρούν και εξαφανίζονται αντάμα.
 Με όχημα το Κακό,το φόνο,την προδοσία,που λειτουργούν στο έργο του σαν αιματηροί πολλαπλασιαστές και μέσα από ένα διαρκές παιχνίδι αντικατοπτρισμών,προσφέρει  στους εγκληματίες και στους αλήτες του (βλ.Καβγατζής,Δούλες,κτλ) την συνείδηση του Κακού,υψώνοντας τους ως ιερά ποιητικά  αντικείμενα,τελετουργικά αντικείμενα που πια ανήκουν σε όλους μας,γιατί όταν λείπει η αγάπη ,η μομφή και η τιμωρία γίνονται ιερές τελετουργίες.

 Ο Καβγατζής της Βρέστης –να σημειωθεί ότι η παράσταση ,περφόρμανς –στηρίζεται κυρίως στο έργο αυτό- αυτός ο ηθικός αυτόχειρας,μετά τον φόνο «σκοτώνει» εν τέλει και τον εαυτό του.Ο εγκληματίας είναι ενας νεκρός που συντρίβεται στην συνέχεια,δήμιος και θύμα μαζί,τη στιγμή που συναντά το πεπρωμένο του.Εκεί ο Jean Genet  βυθίζοντας μας στον κόσμο του μέχρι τα ρουθούνια,τη στιγμή της έντονης Ναυτίας μας,μέσα από το Κακό μεταβάλλει την πτώση σε βουτιά και ρηγματώνοντας τη σφαίρα της συνείδησης μας,  μας οδηγεί στην Ομορφιά.

Ο κόσμος του ,κόσμος απελπισίας,αγωνίας,θανάτου,οφείλει να αναζητά τις πιο παρθένες εντάσεις,για να παραμείνει ιερός και για να μπορέσουν οι πράξεις εντέλει να διατηρήσουν την μορφή της ιεροσυλίας.

 «το να δημιουργείς τον εαυτό σου και να τον σκοτώνεις είναι το ένα και το αυτό»

 «Σκοτώνω.Τι σκοτώνει κανείς μέσα του; σημαίνει πυροβολώ το Θεό,τραυματίζω το Θεό,και στο πρόσωπό του δημιουργώ ένα θανάσιμο εχθρό»

 Ο Καβγατζής σκοτώνει,έκτοτε είναι νεκρός ,προσφέρει βορά το σώμα του ,αφήνεται να βιαστεί,προ- ετοιμάζοντας ο ίδιος μια μεγαλοπρεπή κηδεία στον εαυτό του. Σε όλα σχεδόν τα έργα του Jean Genet,  ο έρωτας είναι μια μαγική τελετουργία.

 Ο αγαπών «κλέβει» το είναι του αγαπώμενου και το οικειοποιείται. Με την  εναλλαγή των ρόλων,το παιχνίδι των ταυτίσεων και των φαινομενικοτήτων,απογυμνώνει τα καταραμένα του πλάσματα και στην χοάνη του τίποτα που δημιουργεί ,του μηδενός που καταπίνει και χωνεύει τα πάντα,εκεί με μια μοναδική κίνηση θριάμβου ο Genet ,ο κλέφτης ,ο καταραμένος,λυτρωμένος από τον εαυτό του,ίσως ξεγελώντας μας ,μας αναγκάζει να τον αποδεχθούμε ,να τον εγκαταστήσουμε μέσα μας ,να τον κατανοήσουμε ,να τον τρυφερέψουμε,..και δια αυτού και όλα αυτά  μαζί τα εξαθλιωμένα ανθρώπινα ξεθωριασμένα πλάσματα των έργων του.

Η παράσταση-περφόρμανς  που παρακολουθήσαμε στο χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας ουσιαστικά ξεκίνησε από το “μουσείο Genet “.

Οι θεατές κατά ομάδες πρίν ξεκινήσει η κύρια  παράσταση περιηγηθήκαμε σε τέσσερεις ξεχωριστά μισοερειπωμένους χώρους του παλιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας, οπου ισάριθμα ζευγάρια ηθοποιών  είχαν δραματοποιήσει μία σκηνή από τα θεατρικά του Genet , «τις Δούλες», «τον Καβγατζή» ,το Μπαλκόνι».Η θεατρική σκηνή, ενας σκηνογραφημένος εξωτερικός χώρος λιμανιού οπου 25 συνολικά (13 ελληνες και ξένοι ηθοποιοί και οι 12 σπουδαστές της θεατρικής σχολής Πέτρας) με κύριο άξονα την θεματική του Καβγατζή της Βρέστης ,σάρωναν σε  χορογραφημένη κίνηση στην κυριολεξία την σκηνή, δημιουργώντας διαρκώς μέσα από εικόνες –αντικατοπτρισμούς , χωροχρονικές παγίδες αλλοτε πυκνής και αλλοτε λιγότερο δραματουργικής θεατρικής έντασης.

Ο κόσμος του περιθωρίου του λιμανιού, πόρνες, νταβατζήδες, εγκληματίες συγχρωτίζονται, σε ένα παιχνίδι φαινομενικοτήτων οπου κυριαρχεί η εντονη εικονοποιία και ο συμβολισμός, απουσιάζει όμως η σε βάθος δραματική προσέγγιση κάθε ρόλου που θα μπορούσε να αναδείξει καθαρότερα τα στοιχεία της δραματουργίας που πραγματώνει το θέατρο του Genet.Η σκηνοθεσία της Βάνας Πεφάνη κινήθηκε γραμμικά ,θέλοντας να πολλαπλασιάσει τα επίπεδα ανάγνωσης,της ιδιαίτερης γραφής του Jean Genet.Ωστόσο το  εγχείρημα παρόλες τις καλές προθέσεις και την αντικειμενική δυσκολία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.Ισως αν παρέμενε στα πλαίσια μιας μεγαλύτερης εμβάθυνσης,εστω και με λιγότερες σκηνές, τότε η «καταραμένη» αίσθηση του Jean Genet θα μας αιχμαλώτιζε περισσότερο.






Συντελεστές της παράστασης

Θεατρική εταιρεία ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Δημήτρη Κομνηνού
Κείμενο- σκηνοθεσία: Βάνα Πεφάνη
Σκηνικά: Γιώργος Λυντζέρης
Κοστούμια: Ιωάννα Ζαφειρόπουλου
Φωτισμός: Στέλλα Κάλτσου
Κίνηση: Γιώργος Μάτσκαρης
Χορογραφίες: Γιώργος Μάτσκαρης (Ελλάδα ) - Victor Himenez (Ισπανία)
 Βοηθοί σκηνοθέτη:Αλέξανδρος Μητρόπουλος-Λία ΕυαγγελάτουΣιμόνη Γιαννάτου
 Φωτογραφίες: Γιώργος Στριφτάρης-Γιάννης Καρκανεβάτος
 Μουσική DNA LAB Αλέξανδρος Χρηστάρας-Μιχάλης Νιβολιανίτης.
ΗΘΟΠΟΙΟΙ-ΧΟΡΕΥΤΕΣ:
Ιερώνυμος Καλετσάνος -Κυριάκος Κοσμίδης - Γιώργος Στριφτάρης- Βασίλης Αφεντούλης-Νίκος Ιωαννίδης- Νικολίνα Μουαΐμη -Βάνα Πεφάνη-Μαργαρίτα Παπαντώνη- Δημήτρης Κάτσης -Σταυρούλα Οικονόμου (Ελλάδα) Mattia Furlan –Elena Gil Mas (Ισπανία) και Sinan Temilzap (Τουρκία)

Στις παραστάσεις της Ελευσίνας συμμετέχει και το 2 ετος της δραματικής σχολής «Πέτρας».

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΟΦΗΛΙΑ : σε αγνή ψυχή το πλούσιο χάρισμα φτωχαίνει
Σαν τύχει ο χαριστής κακός να γένει.
ΑΜΛΕΤ ,Πράξη Γ,σκηνή 1
Πάντα πίστευα οτι ενας άνθρωπος βαθύτατα πνευματικός είναι φύσει και έντιμος. Πως ενας άνθρωπος με γνήσιο ταλέντο δεν μπορεί να είναι μικρόψυχος και πως ενας άνθρωπος με παιδεία, πρέπει να εχει τουλάχιστον την στοιχειώδη ικανότητα να διαχωρίζει την δημόσια από την ιδιωτική σφαίρα και να θέτει διαχωριστικές και ευκρινείς γραμμές.
Είναι πάντα λυπηρό, όταν διαπιστώνει κανείς,πως υπάρχει μέγιστη ελαφρότητα και γιατί όχι κακοήθεια στις καθημερινές συναναστροφές ανθρώπων,που εν γένει καμώνονται πως ασχολούνται με την ποίηση, το θέατρο, την λογοτεχνία ..τις τέχνες γενικότερα.
Η ανθρώπινη ματαιοδοξία εκεί διεκδικεί τα πρωτεία.
«Ουράνιες φιλίες»γεννιούνται και πεθαίνουν εν μία νυκτί,χάριν μιας δόξας εφήμερης, λυκοφιλίες μεσουρανούν ευκαιρίας δοθείσης με στόχο να "λερώσουν" κάποιο καινούργιο πρόσωπο που πιστεύουν οτι είναι ανερχόμενο στο καλλιτεχνικό στερέωμα,συμμαχίες στήνονται και άλλες διαλύονται αυτοστιγμής…!!!!!
Οι -περί παντός επιστητού - τυρβάζοντες (οι τηλεφωνικές γραμμές παίρνουν φωτιά) διεκδικούν ένα κομμάτι ουρανό με θεμιτά αλλά κυρίως αθέμιτα μέσα υιοθετώντας γνωστές σε ολους μας αξιομνημόνευτες πρακτικές
Τα χτυπήματα «κάτω από τη ζώνη»,σε ευαίσθητες δηλ. περιοχές, δίνουν και παίρνουν..εκεί ο χώρος του θεάματος διεκδικεί τα σκήπτρα ,αλλά και οι υπόλοιποι χώροι , δεν πάνε πίσω…για αυτό και τόσος συνωστισμός σε θέσεις εξουσίας(κριτικού θεάτρου,κινηματογράφου,λογοτεχνίας,κτλ)
Όλα τα απωθημένα στον αέρα!!!
Στην Ελλάδα του" ότι δηλώσεις είσαι" , προς τι οι σπουδές αλλωστε !!! ( εδώ ταιριάζει ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα),κάποιοι κραδαίνουν τη γραφίδα τους (υποκατάστατο),για να «ξεκαθαρίσουν» λογαριασμούς που νομίζουν ότι εχουν.
Ο στόχος εχει σημασία ..και πάντα είναι ο ίδιος ,όποιος(πρόσωπο εννοείται) ποικιλοτρόπως δεν μας κάθεται καλά.
Και έτσι κάθε φορά μου επιβεβαιώνεται πόσο μεγάλη επιστήμη είναι η Φυσική,η γνώση και η κατανόηση του μεγέθους μας,της φθαρτότητάς μας και της θνητότητας εν τέλει ,όπως ορίζεται μέσα από την ερμηνεία των φυσικών νόμων..
Αλλά και πόσο γερά θεμελιωμένος χρειάζεται να είναι,σε μία συνείδηση ,αυτός ο υπαρξιακός ανα -στοχασμός για το πεπερασμένο και το ατελές της ύπαρξης απέναντι στην συμπαντική απειρότητα και χάρη,ώστε ο καλλιτέχνης -δημιουργός με τέτοιο υψηλό μέτρο σύγκρισης να γεννά ομορφιά και οχι ασχήμια, μικρότητα, σκουπίδι και καταστροφή.