Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016



ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Ο ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΙΑΝΟΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Έλα στο σπίτι να γράψουμε ποιήματα,
Με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,
Η νύχτα διπλή δίχως σταθμό,
Μ’ όλα τα μίλια της μηχανής και του χρόνου στο φουλ
Έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι του νου,
Έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελλά ποιήματα,
Θυμάμαι που μού το ‘λέγες τόσες φορές
Και σ’ άκουγα στο βάθος της πολυκατοικίας
Οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,
Με τα πατζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,
Για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού
Στο πικ απ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα
Και εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,
Μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,
Με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας
Με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς
Για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας
Με το τηλέφωνο κατεβασμένο,
Σε πόναγε το κουδούνισμα απ΄ το υπερπέραν,
Στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι
Με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες της ζωής σου,
Τ΄ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες του θανάτου,
Μου τελείωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,
Έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα
Έχω Johnie Walker σήμερα,
Με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ στο Μανχάταν,
Μου’ πες θα’ ρθεις Χριστούγεννα
Κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,
Θα’ χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου
Θα ‘ χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,
Θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη λεωφόρο
Δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, στ’ ορκίζομαι Αλέξη,
Δε θα λιώσουν πότε τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,
Νόμιζα ότι σε είδα χτες στο δρόμο,
Ότι μου ‘ κάνες τάχα έκπλήξη
Κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη.
Φώναξα, τράβήξα κάποιον απ’ τον ώμο
Γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι
Είχε τα μάτια σου,
Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο
Για να χω έτοιμο το καλύτερο ουίσκυ που κυλλά εδώ
Θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις
Τα καινούρια σου ποιήματα, αυτά που λες
Τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»,
Θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο
Για να γυρίσουμε πίσω μαζί στην Σαλονίκη.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

………………………………………………………
η πίστη θα μας σώσει και τους δυο ψιθύρισες
θυμάσαι;

Καθώς σε περιμένω και δεν έρχεσαι
άγρια γέλια αρπάζουν τη φωνή σου και την κυλούν στη λάσπη

στα κράσπεδα της νύχτας στο βάθος του μυαλού μου
πορφυρικά κοιτάσματα, λευκόλιθοι κι ελαφρόπετρες
φερτά αδρανή υλικά ,γιγάντιες λίμνες τοξικών νερών
θειούχα θραύσματα
ένα ορυχείο εύφλεκτων συναισθημάτων
υπόσχεται εξόρυξη, εξόντωση ή σωτηρία

Σε αύλακες,ράμπες,στοές,πηγάδια
ένας επίμονος μηχανισμός οδύνης
καρφώνει αυτόματους κερματοδέκτες
ανακυκλώνοντας
χρεοκοπία και αυταπάτη
απελπισία με λύτρωση
ματαίωση και προσδοκία

Αναθυμιάσεις εγκατάλειψης με πνίγουν
εφιάλτες με πολιορκούν

Βαδίζω σε όνειρα
που μέθυσαν σε υπόγειες διαβάσεις
και κάτω από γέφυρες άστεγα ξέμειναν
να κοιμούνται ξημερώματα

ανάμεσα

σε λάθη ευγενικά κι αστραπές απέραντες
που ροδόκηπους χαράματα θα φωτίσουν
ανθισμένους

κι ο χρόνος δίχως βάρος
με άλματα με διασχίζει
στο σκοτάδι

δίψα παράξενη με πνίγει

ποιος απ τους δυο μας
θα εξορύξει την αγάπη;
……………………………………………………………………….
©εφη καλογεροπούλου
2016/κτχρμν

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016


Αυτοτόμηση

Στον κίνδυνο, το ολοθούριο χωρίζεται στα δύο.
Εγκαταλείπει τον έναν του εαυτό σε έναν παμφάγο κόσμο
και με τον άλλο του εαυτό φεύγει τρέχοντας.

Βίαια μοιράζεται σε καταδίκη και σωτηρία,
τιμωρία και επιβράβευση, τι ήταν και τι θα 'ναι.


Μια άβυσσος πετάγεται στη μέση του κορμιού του
μεταξύ αυτών που αμέσως γίνονται δυο ξένες όχθες.


Ζωή στη μια όχθη, θάνατος στην άλλη.
Ελπίδα εδώ κι εκεί απελπισία.


Αν υπάρχει πλάστιγγα, οι δίσκοι δεν κινούνται.
Αν υπάρχει δικαιοσύνη, τότε είναι αυτό.


Να πεθαίνεις όσο ακριβώς επιβάλλεται, χωρίς υπερβολή.
Να ξαναβγαίνει όσο ακριβώς χρειάζεται απ' ότι έχει μείνει.


Κι εμείς, επίσης, μπορούμε να διχάζουμε τους εαυτούς μας, είναι αλήθεια.
Μα μόνο μεταξύ σάρκας και σιγοψίθυρου.
Σε σάρκα και ποίηση.


Λαρυγγισμός από τη μια μεριά, γέλιο από την άλλη,
ήσυχα, γρήγορα ξεψυχάνε.


Εδώ η βαριά καρδιά, εκεί non omnis mortar-
τρεις λεξούλες μόνο, σαν τρία φτερά στον άνεμο.


Εμάς η άβυσσος δε μας διχάζει.
Εμάς η άβυσσος μας περιβάλλει.


Wislawa Szymborska

μετάφραση : Ευαγγελία Καρυοφυλλίδου
περιοδικό τεφλόν,τεύχος 2

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016


 Φωτογραφία της Efi Kalogeropoulou.


ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Λέγατε: θάνατος, σιωπή, μοναξιά•
όπως έρωτας, ζωή. Λόγια προσωρινά,
πλάσματα φανταστικά, εικόνες.
Κι ο αγέρας σηκώνεται ελαφρύς κάθε πρωί
κι ο χρόνος με το χρώμα της βροχής και του σιδήρου
περνά πάνω απ' τις πέτρες,
πάνω απ' τον περίκλειστο βόμβο των καταραμένων.
Η αλήθεια είναι ακόμη μακριά.
Πες μου, όμως, άνθρωπε καρφωμένε στο σταυρό,
κι εσύ από χέρια που χόντρυναν απ' το ξεραμένο αίμα,
Πώς ν' απαντήσω σε κείνους που ρωτάνε;
Τώρα. Τώρα. Πριν μπει κι άλλη σιωπή
μες στα μάτια, πριν σηκωθεί ο αγέρας
κι άλλη σκουριά προσθέσει.

Salvatore Quasimodo
μτφρ: Ζήσης Σαρίκας

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Γιώργος Βέης ///ΠΑΝΤΟΥ,εκδ.Κέδρος ,2015///





O ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΛΕΜΜΑ

Με αφορμή την ανάγνωση του ΠΑΝΤΟΥ (Γιώργος Βέης, εκδόσεις Κεδρος,2015)

Γράφει η Εφη Καλογεροπούλου


Ένα ψηφιδωτό αισθήσεων, μια φωτοχυσία αισθημάτων, συνάφεια εκδοχών  ορατών και αοράτων. Το βλέμμα ως μαγνήτης. Ενας υπερμεγέθης  μαγνήτης που έλκει  ρινίσματα ζωής. Ενα άγρυπνο μάτι  που «σαρώνει» το τοπίο .Υπάρχει  εδώ μια ακαριαία δραστική σύλληψη ουσίας.

Εννοια και μορφή ,ιστορία και μύθος  βρίσκονται σε διαρκή περιστροφή.


Αντιγράφω από το πρώτο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ :Το φώς της ΣΙΝΓΚΑΠΟΥΡΗΣ

«Σινγκαπούρη κατά λέξη πάει να πει η Πόλη του Λέοντος.Απο τις σανσκριτικές λέξεις «singa”- λέων –και “pura” –πόλις.Πρόκειται ασφαλώς για το λιοντάρι που εχει το προνόμιο να αλλάζει μορφές ή να φρουρεί μυστικά σοφίας»/(σελ.35)Αλλά μια λέαινα «απαιτητική και πεισματάρα,που δεν συγχωρεί εύκολα άλλη ερωμένη.Κειμενική και μη»/(σελ.173)


Ο  Γιώργος  Βέης με προσήλωση,κινείται διαρκώς  ανάμεσα στο  φώς και τη σκιά, το ορατό και το αόρατο, νιώθει τον κραδασμό της υλικότητας του και με ενάργεια ,ακρίβεια και αισθαντικότητα, τον περιγράφει. Περιδιαβαίνει διακριτικά  τα κρυπτικά νοήματα του κόσμου της Ανατολής. Με τις  άκρες των δαχτύλων του ψαύει το πολύτιμο ιστορικό φορτίο του φιλόξενου τόπου ,συλλέγει στιγμές από τον βυθό της καθημερινότητας και μας προσφέρει  ένα αισθητικό φορτίο υψηλής ρευστότητας ευθυγραμμιζόμενος με τον Κομπαγιάσι Γιατάρο,ή αλλως Ισα: «Αυτός ο κόσμος είναι σκέτη δροσιά: στάζει ακατάσχετα»/ (σελ.122).


Ακολουθεί το πέρασμα του ταξιδευτή –ποιητή  στην Κίνα.

«Κάνε να φανεί καθαρά η μικρότητα του τόπου-ο σιδερένιος και αδιαπέραστος κύκλος,από τον οποίο είναι ζωσμένος. Ετσι, από την μικρότητα του τόπου θα βγούν οι Μεγάλες Ουσίες.»/Διονύσιος Σολωμός,Στοχασμοί,9/(σελ.191)

Η στοχαστική σκέψη του Σολωμού –που ο Γιώργος Βέης  επικαλείται- προοικονομεί την μορφή της αφήγησης που ακολουθεί.

Σινγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία  Κορέα, Γουινέα, σταθμοί ενός  ταξιδιού, όπου η εικόνα και οι βιωμένοι τόποι ,η φιλότητα του τοπίου αλλά και  ο απόκοσμος ερμητισμός του, γίνονται το όχημα μιας εσωτερικής  αναζήτησης, ένα ταξίδι αυτογνωσίας που με γενναιοδωρία ο συγγραφέας μοιράζεται με τον αναγνώστη.

Οι πρώτες εντυπώσεις του,η ιστορία και η αρχιτεκτονική των τόπων, η φύση και η τέχνη, οι καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων, διατρέχουν την αφήγηση του μέσα από το φίλτρο της φιλοσοφικής ενατένισης ,αλλά και την ομορφιά ενός ποιητικού λόγου που ξέρει να ενσωματώνει το ουσιώδες και να απορρίπτει το περιττό.

Διακειμενικότητα και ολιστική σκέψη είναι εδώ.

 Κοιτάσματα από το μεταλλείο της ιστορίας κάθε τόπου, ανασύρονται στην επιφάνεια πλουτίζοντας μας με το  πολύτιμο φορτίο της εξόρυξης.

Αποφθεγματικές  φράσεις, αποσπάσματα έργων  από τον Ομηρο,τον Ρίλκε ,τον  Διονύσιο  Σολωμό,  Γιούκιο Μισίμα, Καβαμπάτα Γιασουνάρι, Χιτόμι Κανεχάρα,αλλά και τους Φρίντριχ Νίτσε, Ρολάν Μπαρτ, Χέγκελ ,Σπινόζα, Μισέλ Φουκώ, Αλαίν Μπαντιού κά..  όλα οικεία αποκτήματα της πνευματικής σκευής του Γιώργου Βέη, συνθέτουν ένα αφήγημα όπου η αιχμαλωτισμένη από το βλέμμα υλικότητα των πραγμάτων, παραχωρεί την θέση της σε μια ανάερη πνευματικότητα.

Η αύρα της Ανατολής ,η υγρασία των τόπων, η θερμοκρασία των αισθήσεων, η σωματικότητα της δέσμης των συγκινήσεων ,διαμορφώνει ένα ποιητικό ανάγλυφο ξεχωριστής ομορφιάς.

  
Η μεταφορά στον Ισημερινό της Αφρικής, η εξοικείωση με έναν ακόμη άγνωστο κόσμο, συνθέτουν  τον νέο καμβά. Ο ποιητής- ταξιδευτής Γιώργος Βέης αφηγείται:

Απόσπαση στον Ισημερινό. Της Αφρικής. Πέρασαν ήδη οι δέκα πρώτοι μήνες. Η παραμονή μου, ως τώρα ,ένας κραδασμός. Ενας καταιγισμός πινάκων ζωγραφικής που είναι έτοιμοι να ζωντανέψουν με την παραμικρή μου κίνηση(σελ.284)

Η δύναμη και το απρόβλεπτο της τροπικής φύσης, οι αχανείς διαστάσεις και η  μυθολογία του τοπίου, οι κλιματικές επιπτώσεις στη ζωή των γηγενών, το λιμάνι Ville morte –φάντασμα θανάτου ,όπως αποκαλείται η Ντουάλα, η μεγαλύτερη πόλη του Καμερούν, η κυριαρχία  του σαρκικού, η φθορά ,η χωρίς βεβαιότητες  ζωή ,η θνητότητα, υφαίνουν το ένδυμα μιας στέρεης και απολύτως ελκυστικής  μέσα στην ακριβόλογη λιτότητά της ,αφήγησης.


Ωστόσο,ο ποιητής –ταξιδευτής Γιώργος Βέης, επιλέγει να κλείσει αυτήν την περιπλάνηση επιστρέφοντας εκεί, στον γενέθλιο τόπο των παιδικών του χρόνων στον Πύργο, ένα από τα ορεινά χωριά της Σάμου. Θυμίζοντάς μας  πως  επιστρέφουμε πάντα εκεί, από όπου δεν φύγαμε ποτέ!